του Γιάννη Πάζιου
-Αντιπροέδρου Ένωσης Γεωγράφων Ελλάδας
-Διευθυντή Αγροτικού Συνεταιρισμού “Ένωση Μεσσηνίας”
Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί μια μακρινή εξέλιξη χωρίς συνέπειες για την ελληνική οικονομία. Αντίθετα, μεταφέρεται με ταχύτητα και ένταση στην πραγματική οικονομία — και ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα, που λειτουργεί ως ο πιο ευαίσθητος δέκτης τέτοιων διαταραχών.
Το κρίσιμο σημείο της κρίσης είναι τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και LNG, αλλά και περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων. Γι’ αυτό και κάθε αναταραχή στην περιοχή μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στις διεθνείς τιμές καυσίμων, φυσικού αερίου, λιπασμάτων και μεταφορικών.
Στην αγορά ενέργειας, η αντίδραση ήταν άμεση. Το Brent κινήθηκε κοντά στα 102–103 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ διεθνείς εκτιμήσεις κάνουν λόγο για άνοδο έως και 50% από την έναρξη της σύρραξης, με ιδιαίτερη πίεση στην αγορά ντίζελ και στα καύσιμα μεταφοράς — ένα στοιχείο κρίσιμο για την αγροτική παραγωγή.
Η Ευρώπη, έχοντας την εμπειρία της ενεργειακής κρίσης των τελευταίων ετών, έχει ήδη ενεργοποιήσει μηχανισμούς παρακολούθησης και ετοιμότητας. Μέσω της Commission και των εξειδικευμένων παρατηρητηρίων αγοράς, όπως το Fertilisers Market Observatory, παρακολουθείται σε πραγματικό χρόνο η διαθεσιμότητα και το κόστος των λιπασμάτων, ενώ εξετάζονται εργαλεία παρέμβασης σε περίπτωση έντονων στρεβλώσεων ή διαταραχών εφοδιασμού.
Σύμφωνα με το International Food Policy Research Institute, η κρίση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς ροές και τις τιμές βασικών θρεπτικών στοιχείων, με άμεσες επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια και στο κόστος παραγωγής. Η εξάρτηση των αζωτούχων λιπασμάτων από το φυσικό αέριο καθιστά τον κλάδο εξαιρετικά ευάλωτο σε γεωπολιτικές εντάσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγορά λιπασμάτων δεν ξεκινούσε από ουδέτερο σημείο. Ήδη πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, η World Bank κατέγραφε αύξηση της τάξης του 6,5% στον σχετικό δείκτη τον Φεβρουάριο, ενώ στο δελτίο Μαρτίου 2026 η τιμή της ουρίας στην Ανατολική Ευρώπη διαμορφωνόταν στα 472 δολάρια ανά τόνο, σε υψηλότερα επίπεδα από τους προηγούμενους μήνες.
Με άλλα λόγια, η διεθνής αγορά εισροών ήταν ήδη εύθραυστη. Ο πόλεμος δεν δημιούργησε το πρόβλημα — το επιτάχυνε και το πολλαπλασίασε, αυξάνοντας τον κίνδυνο για ένα νέο κύμα ανατιμήσεων που πλήττει άμεσα τον πρωτογενή τομέα.
Για την αγροτική παραγωγή, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας ακόμη συντελεστής κόστους. Είναι η βάση σχεδόν κάθε δραστηριότητας: από την καλλιέργεια και την άρδευση μέχρι τη μεταφορά και τη διάθεση των προϊόντων. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου και του ηλεκτρικού ρεύματος μεταφέρεται σχεδόν αυτούσια στο κόστος παραγωγής.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα λιπάσματα. Το σύνολο των αγροτικών εφοδίων — φυτοπροστατευτικά προϊόντα, ζωοτροφές, υλικά συσκευασίας — επηρεάζεται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, η άνοδος των ναύλων και των ασφαλίστρων μεταφοράς επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το τελικό κόστος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα γνώριμο αλλά επικίνδυνο σπιράλ: αύξηση κόστους παραγωγής, πίεση στο εισόδημα των παραγωγών και, τελικά, μετακύλιση μέρους του κόστους στον καταναλωτή. Με άλλα λόγια, η κρίση μεταφέρεται από το πεδίο της γεωπολιτικής στο ράφι του σούπερ μάρκετ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αδράνεια δεν αποτελεί επιλογή — ιδιαίτερα όταν η εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων δείχνει ότι η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων κοστίζει τελικά περισσότερο από την έγκαιρη παρέμβαση.
Η ελληνική Πολιτεία οφείλει να κινηθεί άμεσα και στοχευμένα, με ένα συνεκτικό πλαίσιο παρεμβάσεων.
Πρώτον, απαιτείται άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους για τους παραγωγούς, μέσω επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο και στοχευμένων παρεμβάσεων στο αγροτικό ρεύμα.
Δεύτερον, είναι αναγκαία η ενεργή παρακολούθηση και, όπου χρειάζεται, παρέμβαση στην αγορά λιπασμάτων και αγροτικών εφοδίων. Δεν αρκεί η παρακολούθηση των εξελίξεων· απαιτείται ενεργητική πολιτική, πριν η αγορά αυτορρυθμιστεί εις βάρος των παραγωγών.
Τρίτον, πρέπει να διασφαλιστεί η ρευστότητα των παραγωγών. Η επιτάχυνση των πληρωμών των ενισχύσεων και η δημιουργία στοχευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων είναι κρίσιμες για να μη διακοπεί ο κύκλος παραγωγής.
Τέλος, η κρίση αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη ανάγκη: τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό αγροτικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που θα μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενες εισροές, θα ενισχύει τη συλλογική οργάνωση των παραγωγών και θα αξιοποιεί την καινοτομία και την ενεργειακή αυτάρκεια.
Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι απλώς ένας ακόμη κλάδος της οικονομίας. Είναι θεμέλιο της διατροφικής ασφάλειας, της περιφερειακής συνοχής και της εθνικής ανθεκτικότητας.
Ο πόλεμος στο Ιράν μάς υπενθυμίζει, με τον πιο σαφή τρόπο, ότι η γεωργία δεν επηρεάζεται μόνο από τον καιρό, αλλά και από τη γεωπολιτική. Και σε έναν κόσμο αυξανόμενης αστάθειας, η ανθεκτικότητα της αγροτικής παραγωγής δεν μπορεί να επαφίεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτεί σχέδιο, πρόβλεψη και πολιτική βούληση πριν οι κρίσεις μετατραπούν σε μόνιμο κόστος για την κοινωνία.







