Πριν από τις 15 Φεβρουαρίου αναμένεται να πραγματοποιηθεί η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ.
Ο πρωθυπουργός παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη και στο επίκεντρο βρέθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης, αλλά και το γεωπολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται.
Μητσοτάκης: Πριν τις 15 Φεβρουαρίου η συνάντηση με τον κ. Ερντογάν – Δεν χρειαζόμαστε κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε
«Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση αν επίκειται κάποιο ταξίδι του Προέδρου Τραμπ στην πατρίδα μας, κ. Παπαχελά. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία συζητιούνται πάντα, αλλά δεν έχω να σας πω κάτι περισσότερο επ’ αυτού. Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι ότι σε αυτόν τον κόσμο, γεμάτο αβεβαιότητες, είναι απολύτως κατανοητό και η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε συνολικά ως χώρα, πού πηγαίνει η Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ , σε ερώτηση αν επίκειται ταξίδι του προέδρου των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Σχετικά με όσους εκφράζουν ανησυχία περί αμερικανικής μεσολάβησης με δεδομένη τη συχνή επικοινωνία του Αμερικανού Προέδρου με τον Τούρκο Πρόεδρο, ο πρωθυπουργός τόνισε πως δεν συμμερίζεται καθόλου αυτές τις ανησυχίες. Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε πως η Ελλάδα έχει μια στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πως γνωρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ από την εποχή της πρώτης θητείας του.
«Οι στρατηγικές σχέσεις Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ. Και πρέπει κάποιος να αντιληφθεί ότι όταν μιλάμε για στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις που έχουμε με τον Πρόεδρο Τραμπ και το Γραφείο του, αναφερόμαστε και σε διαχρονικές και σταθερές σχέσεις που έχουμε με το Κογκρέσο και με τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες», συνέχισε ο πρωθυπουργός ο οποίος υπογράμμισε πως οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι αυτοτελείς.
ADVERTISEMENT
«Θα έχω την ευκαιρία να βρεθώ στην ‘Αγκυρα τις επόμενες εβδομάδες και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ -και νομίζω ότι αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία- ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες», υπογράμμισε.
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η συνάντηση με τον κ. Ερντογάν θα γίνει πριν τις 15 Φεβρουαρίου ενώ για το ενδεχόμενο να γίνει συζήτηση για μία λύση στο Αιγαίο ανέφερε τα εξής: «Από τότε που υπογράψαμε πριν από δύο και πλέον χρόνια τη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώ ότι έχουμε κάποια σημαντικά κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να τα αμελούμε. Υπάρχει μια πολύ σημαντική μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, σε επίπεδο παραβιάσεων και παραβάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, έχουμε δει έναν σημαντικότατο περιορισμό. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα του μεταναστευτικού. Έχουμε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες οι οποίοι εκμεταλλεύονται το καθεστώς της γρήγορης βίζας για να στηρίζουν τον τουρισμό μας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και έχουμε οικοδομήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας έτσι ώστε να μπορούμε, εάν ο μη γένοιτο προέκυπτε οποιαδήποτε ένταση, να την εκτονώσουμε σχετικά γρήγορα. Από την άλλη, δεν τρέφω αυταπάτες. Το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνο: αυτή είναι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το «μενού» και άλλα θέματα καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο σε αυτή τη συγκυρία το θεωρώ δύσκολο. Παρά ταύτα, εγώ κρατώ τη δήλωση του κ. Φιντάν ως μια θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως μπορεί και να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν. Βέβαια, μετά την δήλωση Φιντάν είχαμε τις πάγιες θέσεις του τουρκικού Υπουργείου ‘Αμυνας. Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μπορώ να συνομιλώ απευθείας με τον Πρόεδρο Ερντογάν πιστεύω ότι μόνο καλό είναι, διότι προφανώς δεν συζητούμε μόνο τα ελληνοτουρκικά. Η Ελλάδα θα είχε κάθε διάθεση να αναπτύξει και περισσότερες πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσαμε να δούμε το ζήτημα μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης που να εμπλέκει και την Τουρκία. Είμαστε γείτονες, «καταδικασμένοι» από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας».
Ερωτηθείς για τα «αγκάθια» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις «γκρίζες ζώνες» και το θέμα της αποστρατικοποίησης, ο πρωθυπουργός τόνισε πως είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται και πως γι’ αυτό εμείς δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, κάτι που θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει.
«Η Τουρκία πρέπει επίσης να αντιληφθεί ότι μία επίλυση της μεγάλης μας διαφοράς μαζί της θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμμετοχή της -γιατί όχι;- σε κάποια μελλοντικά προγράμματα, τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους. Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και παρά την αμφισβήτηση κάποιων ότι αυτή η στάση μας είχε ουσιαστική αξία, απεδείχθη εκ του αποτελέσματος ότι μπορέσαμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μας», συμπλήρωσε.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι ο στόχος μας δεν αποκλείει στο διηνεκές την Τουρκία από μια πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη.
«Στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες. Και, εν πάση περιπτώσει, τριάντα και πλέον χρόνια πια μετά την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του 1995, όταν μιλάμε για καλές σχέσεις μεταξύ γειτόνων τι νόημα μπορεί να έχει το casus belli; Έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας και στον κόσμο γενικότερα ώστε να προσθέτουμε και άλλα», διαμήνυσε.
Σχετικά με την πρόσφατη NAVTEX της Τουρκίας που λέει ότι στο Αιγαίο δεν θα επιτρέψει κανενός είδους έρευνα χωρίς κάποιο συντονισμό, ο πρωθυπουργός απάντησε πως έχουμε την πάγιά μας θέση γι’ αυτές τις NAVTEX και για τον παράνομο νομικά χαρακτήρα τους.
«Και σίγουρα η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν αν, παραδείγματος χάρη, θέλει να κάνει μία ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Νομίζω ότι επαναλαμβάνονται από τις τουρκικές γραφειοκρατίες, μερικές φορές θα έλεγα και λίγο αυτιστικά, πάγιες θέσεις. Αλλά σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αν ο Πρόεδρος Ερντογάν πραγματικά θέλει να αφήσει αυτό το κεφάλαιο στο παρελθόν και να μπορέσουμε να εστιάσουμε στο μέλλον, αν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εγώ θα ήμουν προφανώς διατεθειμένος να μπω ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Αν με ρωτάτε πόσο πιθανό είναι, δεν το θεωρώ πολύ πιθανό στην παρούσα συγκυρία», τόνισε.
Σε επόμενη ερώτηση ειδικά για την περίπτωση της Κάσου και αν η Τουρκία εφάρμοσε αυτό το δόγμα και γι’ αυτό σταμάτησε η έρευνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε «όχι, σε καμία περίπτωση» και διευκρίνισε ότι «δεν υπήρξε καμία εκκρεμότητα στην Κάσο, ούτε δημιουργήθηκε και κάποιο τετελεσμένο στην Κάσο», σημειώνοντας πως αυτό είναι κάτι που το Υπουργείο Εξωτερικών έχει εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια.
Για το ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων στην Κρήτη ή στα ηπειρωτικά, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα επί αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο.
«Μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια και το δικαίωμα επέκτασης ως τα 12 μίλια, όπως κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, το οποίο θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες. Βέβαια οφείλω να επισημάνω ότι εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα δεν είχε ασκήσει καθόλου αυτό το δικαίωμα. Για πρώτη φορά το κάναμε εμείς στο Ιόνιο. Δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο δημόσια για το ζήτημα αυτό, παρά μόνο να επαναλάβω ότι είναι ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδας μας, το οποίο σίγουρα δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου προκειμένου να ασκηθεί. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μια αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν είναι ζήτημα που αφορά προφανώς μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο για το ζήτημα αυτό», συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση αν υπάρχει στο μυαλό του μια λύση για την Τουρκία, η οποία είναι εθνικά αποδεκτή και ταυτόχρονα πολιτικά διαχειρίσιμη, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως ναι, υπάρχει λύση η οποία μπορεί να συμφωνηθεί με την Τουρκία.
«Καταρχάς, μπορεί η λύση από μόνη της να είναι η παραπομπή της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Αλλά, προφανώς, καταλαβαίνετε ότι όσο υπάρχει στο τραπέζι η «θεωρία των γκρίζων ζωνών», όσο, δηλαδή, έστω και εμμέσως αμφισβητείται κυριαρχία, όχι κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και όσο επικρέμεται, από πάνω μας, μια απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εγώ θα κρατήσω ότι η δήλωση του κ. Φιντάν ήταν ένα δειλό βήμα, θα έλεγα, στη σωστή κατεύθυνση. Αλλά περισσότερα θα μπορώ να σας πω μετά τη συνάντηση που θα έχω με τον κ. Ερντογάν», πρόσθεσε.
Σε άλλη ερώτηση αν υπήρχαν ευκαιρίες που χάσαμε για μια συμφωνία με την Τουρκία, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως ενδεχομένως στο παρελθόν να υπήρχαν οι ευκαιρίες, σε εποχές μικρότερης έντασης, να μπορούμε να επιλύσουμε αυτή τη μεγάλη διαφορά.
«Αλλά το ζητούμενο εδώ δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν, είναι τι γίνεται τώρα. Και η δική μου υποχρέωση, ως Πρωθυπουργός της χώρας, είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας, να κρατάω τη χώρα μας ασφαλή. Εμείς δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Έγιναν πολύ σημαντικές κινήσεις τον τελευταίο χρόνο, και με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και με τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και με την ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός σημαντικού γεωστρατηγικού «παίκτη» στον τομέα της ενέργειας. ‘Αρα, η Ελλάδα κινείται, η Ελλάδα εξοπλίζεται, όχι γιατί οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά τα οποία κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε μια υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, γιατί ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. ‘Αρα, εμείς δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία χωρίς να επενδύουμε στη δική μας ισχύ. Ξέρετε, η Ελλάδα είναι χώρα προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο. ‘Αρα, εμείς θα υπερασπιζόμαστε την ισχύ των αξιών μας, αλλά έχει έρθει η ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας. Και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα και αυτή την πολιτική υπηρετεί η χώρα μας», πρόσθεσε.
Για τις σχέσεις μας με το Ισραήλ, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως οικοδομήθηκαν από αρκετές προηγούμενες κυβερνήσεις και έκανε λόγο για σχέση με μεγάλο στρατηγικό βάθος.
«Συνδέεται, προφανώς, και με τη σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπα τη σχέση αυτή ως μία ανταγωνιστική σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Και αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είναι μία χώρα η οποία επιδιώκει με το Ισραήλ μια στρατηγική σχέση στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ήδη έχουμε κάνει σημαντικές επενδύσεις και πιστεύω ότι, ειδικά σε συστήματα που έχουν να κάνουν με την αεράμυνα, μπορούν να γίνουν πολλές περισσότερες, με σημαντική προστιθέμενη αξία. Η Ελλάδα υποδέχεται παραπάνω από 1 εκατομμύριο επισκέπτες από το Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι μία χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε ζητήματα όπως η αγροτεχνολογία, η διαχείριση των υδάτων. ‘Αρα, μην βλέπουμε τη σχέση μας με το Ισραήλ μόνο μέσα από το στενό πλέγμα της γεωπολιτικής διάστασης. Υπάρχει μία οικονομική διάσταση, υπάρχει μία διάσταση που αφορά τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Το Ισραήλ χρειάζεται ένα «πάτημα» για να μπει στην ευρωπαϊκή αγορά. ‘Αρα, είναι μία σχέση με βάθος και με μεγάλο πλάτος, στην οποία, ναι, και εγώ προσωπικά έχω επενδύσει πολλά. Αλλά δεν είναι μονοσήμαντη. Δείτε τις σχέσεις που έχουμε με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Σε λίγες εβδομάδες θα πάω στην Ινδία. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη η οποία μίλησε για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να έρθει κοντά με την Ινδία. Έχουμε απευθείας πτήση τώρα μεταξύ Ινδίας και Ελλάδας. Οι προοπτικές που ανοίγονται για την ελληνική οικονομία είναι τεράστιες. Λίγο πριν πάω στην Ινδία θα βρεθώ στο ‘Αμπου Ντάμπι. Έχω στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. ‘Αρα, η σχέση μας με το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν έχει δράσει ανταγωνιστικά προς τα πολύ μεγάλα ανοίγματα τα οποία έχει κάνει η Ελλάδα στον αραβικό κόσμο, διότι οι χώρες αυτές αποκτούν μία αυξημένη ισχύ σε έναν κόσμο όπου πολλές από τις σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια», ανέφερε.
Για την κριτική για τη στάση μας υπέρ της Ουκρανίας, ο πρωθυπουργός τόνισε πως ήταν μια θέση η οποία υποδείχθηκε όχι μόνο από την προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και από στενά εθνικά συμφέροντα. «Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο, ο οποίος εποφθαλμιά διεκδικήσεις. Με τι ηθικό ανάστημα θα μπορούσαμε εμείς, ω μη γένοιτο, να ζητήσουμε μια αντίστοιχη στήριξη, όταν έχουμε απέναντί μας έναν γείτονα μεγαλύτερο, ο οποίος στο παρελθόν έχει εκφράσει μία, θα έλεγα, ενίοτε επιθετική ρητορική απέναντι στη χώρα μας; Αλλά θέλω να θυμίσω ότι οι ίδιοι οι οποίοι μας ασκούσαν αυτή την κριτική, θεωρούσαν ότι η Ελλάδα δεν θα έχει κανέναν δίαυλο επικοινωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι περίπου θα ήμασταν αποκλεισμένοι από τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ», τόνισε. Και υπογράμμισε: «Η ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός κρίσιμου «παίκτη» στο νέο ενεργειακό «γήπεδο» το οποίο διαμορφώνεται, έχει πάρα πολύ μεγάλη γεωπολιτική αξία για τη χώρα μας. Ερχόμαστε εμείς ως Ελλάδα και λέμε: «εμείς έχουμε τις υποδομές, δημιουργούμε αυτόν τον Κάθετο Διάδρομο». Είδατε ότι ήδη τα πρώτα συμβόλαια υπογράφονται. Αυτό δεν έχει μόνο οικονομικό όφελος για την πατρίδα μας, είναι κατεξοχήν ένας πολλαπλασιαστής ισχύος και σταθερότητας στην περιοχή μας, όταν η Ελλάδα αναδεικνύεται σε έναν κρίσιμο «παίκτη» για μία πολιτική η οποία είναι προς όφελος τελικά και της Ευρώπης. Διότι εμείς τι είπαμε; Θέλουμε να απεξαρτηθούμε από το ρωσικό φυσικό αέριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πουλήσουν αέριο κι εμείς μπορούμε να είμαστε μία «γέφυρα» ώστε αυτό το στρατηγικό σχέδιο να γίνει πράξη. ‘Αρα, αποδίδω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτές τις συμφωνίες και νομίζω ότι καταρρίπτουν και με μεγάλη ευκολία τα επιχειρήματα ότι δήθεν εμείς δεν είχαμε κανέναν δίαυλο επικοινωνίας με τη νέα κυβέρνηση…».
Για τον Κάθετο Διάδρομο, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως είναι ιδιωτικές συμφωνίες και υπενθύμισε ότι υπάρχουν κρατικές υποδομές όπως της ΔΕΠΑ και ιδιωτικές όπως το FSRU στην Αλεξανδρούπολη.
«Πρακτικά υπάρχει ένας Κάθετος Διάδρομος με δύο παρακλάδια: το ένα αφορά τη Ρεβυθούσα, το άλλο αφορά την Αλεξανδρούπολη. Είναι σημαντικό και τα δύο να είναι οικονομικά ανταγωνιστικά. Αλλά προφανώς δεν μιλάμε μόνο για ιδιωτικές συμφωνίες, μιλάμε για μία στρατηγική κατεύθυνση, η Ελλάδα να μπορεί να είναι πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για χώρες μέχρι τη Ρουμανία. Και τονίζω μέχρι τη Ρουμανία, διότι στον βορρά υπάρχουν χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία. Η Ελλάδα καθίσταται καθοριστικός «παίκτης» πια για την ενεργειακή ασφάλεια αυτών των χωρών. Και αυτό προφανώς είναι κάτι το οποίο ουσιαστικά και συνολικά αναβαθμίζει την πατρίδα μας», σημείωσε.
Για τη διάταξη για την συνεπιμέλεια
Σχετικά με τη διάταξη για την συνεπιμέλεια, ο πρωθυπουργός είπε: «Να αποσαφηνίσω ότι η διάταξη αυτή πέρασε από την κανονική νομοθετική διαδικασία στις επιτροπές, στην Ολομέλεια ψηφίστηκε από περισσότερους βουλευτές από την κυβερνητική πλειοψηφία. Θεωρώ ότι είναι μια σωστή διάταξη που μας υποχρεώνει να δούμε ζητήματα που αφορούν την συνεπιμέλεια. Το πώς έγινε χρήση της διάταξης δεν θα το σχολιάσω γιατί θεωρώ ότι είναι και ένα ζήτημα το οποίο είναι προσωπικό, υπάρχουν και παιδιά στη μέση. Θα μείνω στην ορθότητα αυτής καθ αυτής.
Διαχωρίζω τη χρήση της διάταξης από την διάταξη αυτή καθ αυτή. Ξέρω πολύ καλά ότι όταν κατέχουμε ένα αξίωμα μερικές φορές δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στην ουσία αλλά πρέπει να προσέχουμε και τις εντυπώσεις».
Αναφορικά με τις σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι οικοδομήθηκαν από αρκετές προηγούμενες κυβερνήσεις και σίγουρα είναι μία σχέση η οποία έχει μεγάλο στρατηγικό βάθος. «Συνδέεται προφανώς και με τις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπα τη σχέση αυτή ως μία ανταγωνιστική σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Και αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι κάνουν ένα μεγάλο λάθος», σημείωσε.
«Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είναι μια χώρα η οποία επιδιώκει με το Ισραήλ μια στρατηγική σχέση στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ήδη έχουμε κάνει σημαντικές επενδύσεις και πιστεύω ότι ειδικά σε συστήματα που έχουν να κάνουν με την αεράμυνα μπορούν να γίνουν πολλές περισσότερες με σημαντική προστιθέμενη αξία», επισήμανε.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η χώρα μας δέχεται πάνω από 1 εκατ. Ισραηλινούς επισκέπτες. «Το Ισραήλ είναι μια χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε ζητήματα όπως η αγροτεχνολογία, η διαχείριση των υδάτων. Άρα μη βλέπουμε τη σχέση μας με το Ισραήλ μόνο μέσα από το στενό πλέγμα της γεωπολιτικής διάστασης. Υπάρχει μία οικονομική διάσταση. Υπάρχει μία διάσταση που αφορά τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Το Ισραήλ χρειάζεται ένα πάτημα για να μπει στην ευρωπαϊκή αγορά. Άρα είναι μία σχέση με βάθος και με μεγάλο πλάτος, στην οποία ναι, και εγώ προσωπικά έχω επενδύσει πολλά. Αλλά δεν είναι μονοσήμαντη. Δείτε τις σχέσεις που έχουμε με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Σε λίγες εβδομάδες θα πάω στην Ινδία. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη η οποία μίλησε για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να έρθει κοντά με την Ινδία. Έχουμε απευθείας πτήση τώρα μεταξύ Ινδίας και Ελλάδος. Οι προοπτικές που ανοίγονται για την ελληνική οικονομία είναι τεράστιες. Λίγο πριν πάω στην Ινδία θα βρεθώ στο Αμπού Ντάμπι. Έχω στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Άρα, η σχέση μας με το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν έχει δράσει ανταγωνιστικά προς τα πολύ μεγάλα ανοίγματα τα οποία έχει κάνει Ελλάδα στον αραβικό κόσμο. Διότι οι χώρες αυτές αποκτούν μια αυξημένη ισχύ σε έναν κόσμο όπου πολλές από τις σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια».
Για τη συνταγματική αναθεώρηση ο πρωθυπουργός είπε ότι είναι ευκαιρία τα κόμματα να κριθούν, θα βάλουμε στο Σύνταγμα μία διάταξη και μία τέτοια διατύπωση που να διασφαλίζει μία δημοσιονομική σταθερότητα που θα διασφαλίζει ότι δεν θα επιστρέψουμε στη φτωχοποίηση της χώρας.
Για το άρθρο 86: «Κατ’ αρχάς η προθεσμία παραγραφής έχει αλλάξει από αυτή την κυβέρνηση. Καταρχάς, η προθεσμία παραγραφής έχει αλλάξει από αυτή την κυβέρνηση».
«Άρα, ζήτημα παραγραφής δεν υφίσταται πια. Ήταν δική μου άποψη και εμείς το κάναμε. Και νομίζω ότι καλό είναι όσοι μας ασκούν κριτική να το θυμούνται αυτό, ότι μία πρώτη αλλαγή του 86 έγινε από αυτή την κυβέρνηση.
Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα; Το βασικό πρόβλημα είναι η ίδια η λειτουργία της προανακριτικής επιτροπής. Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τη Βουλή να κάνει τη δουλειά που θα έκανε ένας εισαγγελέας, και ειδικά όταν σε αυτό μπαίνουν και κομματικές παράμετροι, αναπόφευκτες στο πολιτικό «παίγνιο».
Χωρίς να θέλω να μιλήσω με λεπτομέρεια για το ζήτημα αυτό η άποψή μου είναι σαφής, ότι η δίωξη δεν μπορεί να ασκείται από τη Βουλή, από μία προανακριτική επιτροπή, πρέπει να ασκείται από εισαγγελείς.
Πρέπει να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας, μπορεί να υπάρχει ένας ρόλος για τη Βουλή, αλλά δεν μπορεί η Βουλή να κάνει προανάκριση και τελικά να είναι αυτή η οποία τεκμηριώνει την άσκηση δίωξης.
Σχετικά με τις πρωτοβουλίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε: «Ως προς την πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεωρώ ότι είναι απολύτως σωστή. Με είχε ενημερώσει προφανώς, δεν χρειάζεται την άδειά μου για μια τέτοια πρωτοβουλία, αλλά νομίζω ότι και μόνο η εικόνα της συνομιλίας με ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν τι σημαίνει να κάθεσαι στην καρέκλα του Πρωθυπουργού έχει την αξία της.
Εγώ δεν επεδίωξα ποτέ να μην έχω και προσωπικές και ενίοτε και διακριτικές, όπως θα έπρεπε να είναι, επαφές με προκατόχους μου. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι το οποίο πάντα, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να είναι χρήσιμο. Εγώ δεν είμαι ποτέ αυτός ο οποίος από τη φύση μου θα πω πράγματα από τα οποία θα είναι πολύ δύσκολο κάποιος να επιστρέψει.»
«Δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος»
Ο πρωθυπουργός κατέστησε εκ νέου σαφές ότι «δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος.Θεωρώ πολύ πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή να κατοχυρώσουμε αυτή τη θεσμική σταθερότητα, όπου οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι υπό διαπραγμάτευση, από το να πειραματιζόμαστε με λύσεις οι οποίες τελικά, θα έλεγα, με έναν τρόπο παραβιάζουν τη λαϊκή εντολή.
Εγώ είμαι πολύ ξεκάθαρος, είμαστε πολύ ξεκάθαροι: πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι υπηρετούν αυτή τη στιγμή το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας.
Για σκεφτείτε να είχαμε μία κυβέρνηση συνεργασίας όταν είχαμε την εισβολή στον Έβρο ή αντιμετωπίσαμε άλλες μεγάλες κρίσεις. Άρα, πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις.
Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να προκύψουν με αυτόν τον εκλογικό νόμο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό. Γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα.
Αυτή θα είναι η ατζέντα με την οποία θα οδηγήσω -και θέλω να οδηγήσω- τη Νέα Δημοκρατία στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αλλά κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός. Αν ο ελληνικός λαός τελικά μας υποδείξει ότι δεν θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε θα πρέπει να σχηματιστεί κάποια κυβέρνηση συνεργασίας. Πάντως, η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη.
Εγώ καθιστώ σαφή τη δική μου προτίμηση, αλλά δεν πρόκειται να «πειράξω» τους κανόνες του παιχνιδιού για να γίνει το δικό μου. Αυτό θα ήταν και παντελώς αντιθεσμικό, δεν μου ταιριάζει καθόλου, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να ήταν και τελικά πολιτικά αντιπαραγωγικό».
Ψεύτικο δίλημμα το «Μητσοτάκης ή χάος» – Το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος»
Ερωτηθείς για το εάν θεωρεί εφικτό να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός απάντησε: « Θέλω να θυμίσω ότι όλες οι δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023 μας τοποθετούσαν στη ζώνη του 33%, 34% και πήραμε 41%. Εξίσου έξω έπεσαν και στις εκλογές του 2019.
Θεωρώ ότι είναι ένας στόχος εφικτός. Σίγουρα είναι πιο εφικτός αυτός ο στόχος από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα -το λέω σε αντιδιαστολή.
Το έχουμε κάνει δύο φορές, μπορούμε να το κάνουμε. Χρειάζεται πολλή δουλειά; Χρειάζεται πολλή δουλειά. Πρέπει να θέσουμε με σαφήνεια τα διλήμματα, πρέπει να εξηγήσουμε καταρχάς γιατί θέλουμε τρίτη τετραετία.
Όχι μόνο γιατί πετύχαμε αυτά τα οποία είπαμε το 2023, αλλά γιατί στην παρούσα συγκυρία έχει μεγάλη σημασία να υπάρχει σταθερότητα και να υπάρχει μια κυβέρνηση η οποία αντιλαμβάνεται τους διεθνείς συσχετισμούς, γιατί είναι πολύ σημαντικό, και για εμένα προσωπικά θα έλεγα, να μπορούμε να διαχειριστούμε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούν οι τηλεθεατές μας ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2027, δηλαδή αμέσως μετά τις εκλογές του 2027, η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποιος θα τη διαχειριστεί; Ποια κυβέρνηση; Ποιος Πρωθυπουργός; Πώς θα ολοκληρωθεί η Συνταγματική Αναθεώρηση; Πώς θα πάμε στην Ελλάδα του 2030;
Η σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα. Σταθερότητα σημαίνει, ναι, σταθερότητα στα γεωπολιτικά, αλλά σημαίνει και σταθερές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων, σταθερή βελτίωση στην παιδεία, στην υγεία.
Άρα για εμάς είναι απολύτως κρίσιμο να εξηγήσουμε, αυτή την τρίτη θητεία δεν την επιδιώκουμε γιατί θέλουμε ντε και καλά να καθόμαστε σε αυτή την καρέκλα, αλλά γιατί έχουμε σχέδιο, πρόγραμμα. Κάνουμε την Ελλάδα πιο ισχυρή, έχουμε δώσει τεκμήρια συνέπειας.
Δείτε τι είπαμε και τι κάνουμε. Η ανεργία έπεσε στο 7,5% και την παραλάβαμε στο 18%. Η ανεργία των νέων ήταν στο 40%, έχει πέσει στο 13%.
Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ξεπέρασε ήδη τα 1.500 ευρώ και ο κατώτατος θα φτάσει μετά βεβαιότητας τα 950 ευρώ. Με αυτή τη ατζέντα εκλεγήκαμε.
Ξέρω ότι η ακρίβεια πονάει. Και ξέρω ότι καμία αύξηση μισθού από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Αλλά οι μισθωτοί, και ειδικά οι νέοι, είδαν πραγματικές αυξήσεις στα εκκαθαριστικά τους πριν από λίγες μέρες.
Υπήρχαν και κάποιοι «έξυπνοι» εργοδότες οι οποίοι αυτές τις αυξήσεις, που είναι αποτέλεσμα μείωσης φόρων, τις «πούλησαν» ωσάν να κάνουν οι ίδιοι αυξήσεις. Όχι. Εγώ θέλω και αυξήσεις ονομαστικών μισθών από τους εργοδότες, αλλά να ξέρουν οι πολίτες ότι αν δουν κάποια παραπάνω ευρώ, όχι αμελητέα σε κάποιες περιπτώσεις, στους νέους μας, στις οικογένειες με παιδιά, αυτά έρχονται επειδή η οικονομία πήγε καλά. Είχαμε πλεόνασμα, επιστρέψαμε αυτό το πλεόνασμα στη μεσαία τάξη -στη μεσαία τάξη, επιμένω, που τόσο μεγάλη σημασία έχει για τη χώρα αλλά και για εμάς πολιτικά-, στις οικογένειες με παιδιά και στους νέους μας.
Άρα, αισθάνομαι ότι θα προσέλθω σε αυτή την αναμέτρηση με ήσυχη τη συνείδησή μου, ότι αυτά τα οποία είπαμε -σχεδόν όλα, τα πιο πολλά σίγουρα- τα κάναμε και εκεί που δεν τα καταφέραμε, με θάρρος θα εξηγούμε γιατί δεν τα καταφέραμε και τι μπορούμε να κάνουμε από εδώ και στο εξής».
Στη συνέχεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαντώντας σε μερίδα του κόσμου που λέει «αν ο Μητσοτάκης με 41% και χωρίς αντιπολίτευση δεν έκανε κάποια πράγματα, γιατί θα τα κάνει με μία πιο μικρή πλειοψηφία, έστω κι αν πάρει αυτοδυναμία», είπε: Η απάντηση σε αυτούς είναι: θα ήθελα να μας υποδείξουν ποια είναι αυτά που δεν κάναμε. Εγώ σας μίλησα με θάρρος για αυτά που κάναμε και για το πού δεν τα καταφέραμε.
Μα ξέρετε, η διακυβέρνηση σήμερα, ειδικά την εποχή των social media, είναι μία πολύ δύσκολη άσκηση. Και βλέπετε πόσο μεγάλη φθορά έχουν όλες οι κυβερνήσεις, διότι τα αρνητικά εκ των πραγμάτων αναπαράγονται πιο εύκολα από τα θετικά.
Αν μου λέγατε όμως, κ. Παπαχελά, το 2019, όταν άπειρος έκατσα για πρώτη φορά σε αυτό το γραφείο, ότι επτά χρόνια μετά η Νέα Δημοκρατία θα ήταν 16 μονάδες μπροστά, με υπερδιπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα, μάλλον δεν θα σας πίστευα τότε ότι θα μπορούσαμε να είχαμε φτάσει σε αυτή την κατάσταση.
Οφείλεται και στον πολυκερματισμό της αντιπολίτευσης, αλλά και στο γεγονός ότι κι εμείς κάτι καλό κάναμε για να χτίσουμε μία ευρεία και πλατιά κοινωνική συμμαχία ανθρώπων, που βλέπουν τη δική τους πρόοδο και τη δική τους προκοπή ταυτισμένη με την πρόοδο και την προκοπή της χώρας, και ταυτισμένη με αυτή την κυβέρνηση και με αυτό το κυβερνητικό έργο.
Άρα, η ανάγκη για διαρκή βελτίωση είναι θέμα κουλτούρας για εμένα και είναι κάτι το οποίο προσπαθώ να το περνώ πάντα και στους συνεργάτες μου και στα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου».
Όπως τόνισε, «το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος». Όχι, δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Είναι λάθος να το λέτε. Αυτό είναι το δίλημμα.
Τώρα το τι θα προέλθει από την κάλπη και πώς θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση, νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσει τους πολίτες.
Αλλά όχι, εγώ δεν συγκρίνομαι με το χάος. Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους. Βλέπω, ας πούμε, αρκετούς συμπολίτες μας που αυτή τη στιγμή μπορεί να στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ, που σε έναν βαθμό μπορεί να συμφωνούν με τις πολιτικές μας και που αιφνιδιάζονται όταν το ΠΑΣΟΚ γίνεται «ουρά» της κας Κωνσταντοπούλου και όταν ταυτίζεται με έναν πιο ακραίο λόγο χωρίς προτάσεις, γιατί δεν έχουν συνηθίσει αυτό από το ΠΑΣΟΚ.
Άρα, για εμένα αυτό το δίλημμα είναι ένα ψεύτικο δίλημμα. Έχω συγκεκριμένους αντιπάλους, όλους τους σέβομαι. Δυσκολεύομαι μερικές φορές, δεν σας κρύβω, ως παλαιότερος κοινοβουλευτικός, σε μια Βουλή όπου πια όλα φαίνεται να παίζουν για την ατάκα του TikTok των 10 δευτερολέπτων και δυσκολευόμαστε να κάνουμε μία ουσιαστική συζήτηση σε βάθος.
Εγώ δεν είμαι «πολιτικός της ατάκας». Θα χρησιμοποιήσω και την ατάκα όταν χρειάζεται, αλλά δεν είναι αυτό το χαρακτηριστικό μου.
Τα θέματα τα οποία συζητάμε σήμερα είναι σύνθετα. Πρέπει να τα εξηγήσουμε με απλά λόγια στον ελληνικό λαό. Ειδικά τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Δεν μιλήσαμε για την Ευρώπη και για τον ρόλο της Ελλάδος στην Ευρώπη αλλά θεωρώ πάρα πολύ καθοριστική αυτή τη συζήτηση, γιατί η Ελλάδα έχει βγει πολύ μπροστά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις…».
Σε ερώτηση αν υπάρχει κάτι που να μετανιώνει αυτά τα χρόνια, είτε το έπραξαν είτε όχι, ο κ. Μητσοτάκης είπε: Προφανώς προσπαθώ να κάνω μια σκληρή αυτοκριτική. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ σας είπα, έπρεπε να είχα τολμήσει νωρίτερα. Αυτό που έκανα, που κάναμε με πέντε χρόνια καθυστέρηση, έπρεπε να γίνει πολύ νωρίτερα.
Και πράγματι, σας το λέω ειλικρινά, η απειλή ότι δεν θα γίνουν πληρωμές ήταν τέτοια που λες «ωραία, μην το πειράξουμε αυτό, να δούμε αν μπορούμε να βρούμε ένα bypass».
Έχω μετανιώσει για το γεγονός ότι άφησα να ριζώσουν «οι θεωρίες των ξυλολίων». Ότι μετά τα Τέμπη όλο αυτό το κύμα της χυδαίας παραπληροφόρησης και της εργαλειοποίησης μιας τραγωδίας για το τι έγινε μετά το ατύχημα, τα «μπαζώματα» και όλα αυτά, ότι ουσιαστικά δεν απαντήσαμε με θάρρος και με τόλμη πολύ νωρίτερα…»,
Για τον κόσμο που αισθάνεται θυμό ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε πως σε έναν βαθμό ο θυμός επιτείνεται και από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία.
«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενθαρρύνουν τον θυμό. Ζούμε σε μία περίοδο όπου οι σταθερές, όπως είπαμε πριν, δεν υφίστανται. Τα νέα παιδιά αναρωτιούνται: «θα ζήσουμε μια καλύτερη ζωή από τους γονείς μας;»; Η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, πολλές απειλές», ανέφερε ενώ απαντώντας σε ερώτηση αν βοηθούν δηλώσεις βουλευτή που λέει ότι «το τζάμπα τελείωσε», απάντησε «όχι, καθόλου» και «άρα, πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε».
Και σημείωσε: «Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι και με θυμωμένους πολίτες μπορούμε να μιλήσουμε και καμιά φορά εγώ κάνω αυτό το πείραμα και μπορεί κάποιος να τύχει να σου πει κάτι «χοντρό» στον δρόμο. Αν έχω τη δυνατότητα θα προσπαθήσω με κάποιο τρόπο να του μιλήσω. Όταν μιλάς με πολίτες, έστω κι αν αυτοί κατατάσσονται στη χορεία των αντισυστημικών, και τους ακούσεις, τα παράπονά τους δεν είναι αδικαιολόγητα. Απλά πιστεύουν λύσεις οι οποίες είναι ανεφάρμοστες. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι η γενεσιουργός αιτία και αυτού που αποκαλούμε «αντισυστημισμός» είναι δικαιολογημένες σε έναν μεγάλο βαθμό έγνοιες των ανθρώπων, στις οποίες εμείς πρέπει να δώσουμε κάποια απάντηση. Μπορεί να μην τα καταφέρουμε, αλλά να τους ακούσουμε τουλάχιστον».
Για το εύρημα των δημοσκοπήσεων ότι ο κόσμος δεν έχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως «εάν πιστεύουν αυτό οι πολίτες, που το πιστεύουν σε έναν βαθμό, σίγουρα έχουμε κι εμείς σε έναν βαθμό την ευθύνη, στον βαθμό που είμαστε κυβέρνηση τα τελευταία επτά χρόνια, βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, είναι παγκόσμιο πρόβλημα και σίγουρα πραγματικό».
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η κυβέρνηση παίρνει πάρα πολύ σοβαρά τις συστάσεις για το κράτος δικαίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο εκεί.
«Στο κάτω-κάτω ποιός είναι ο τελικός κριτής, ο μόνος αξιόπιστος κριτής; Είναι τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Κάναμε πρόοδο. Στην καλή νομοθέτηση έχουμε κάνει άλματα, όχι απλά πρόοδο, στον τρόπο με τον οποίον νομοθετούμε, στη διαδικασία των διαβουλεύσεων. Χρησιμοποιούμε τώρα την τεχνητή νοημοσύνη για να ενσωματώνουμε τα σχόλια των πολιτών και να τα επεξεργαζόμαστε καλύτερα, ώστε να ακούμε πραγματικά τους πολίτες. Στη Δικαιοσύνη έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Η τεχνολογία μας βοηθάει να επιταχύνουμε την έκδοση των αποφάσεων, διότι η κακονομία αντιμετωπίζεται με την καλή νομοθέτηση, αλλά η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης είναι αδικαιολόγητη. Η μεγάλη μεταρρύθμιση που κάναμε, που καταργήσαμε τα Ειρηνοδικεία, είναι τεράστιας εμβέλειας. Τη συζητούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, δεν την έκανε ποτέ. Το λέω για να δούμε πόσο πίσω πηγαίνουν κάποιες από αυτές τις παθογένειες. Θα εκδικάζονται πιο γρήγορα οι υποθέσεις. Όταν ο άλλος θέλει πέντε χρόνια να βρει το δίκιο του, τι εμπιστοσύνη να έχει στους θεσμούς; Από εκεί και πέρα, εμείς τις δικές μας ευθύνες τις έχουμε αναγνωρίσει. Νομίζω ότι γινόμαστε καλύτεροι. Είδατε ότι η έρευνα μετά την τραγική έκρηξη που έγινε στη βιομηχανία στα Τρίκαλα, νομίζω ότι ήταν άψογη ως προς το να βρούμε ακριβώς τι έγινε. Μετά η Δικαιοσύνη θα αναλάβει να αποδώσει τις ευθύνες. Αλλά, από ένα σημείο και πέρα, η οικοδόμηση νέων σχέσεων εμπιστοσύνης με τους πολίτες και ειδικά με τους νέους είναι μια μεγάλη πρόκληση και δεν αφορά μόνο εμένα, αφορά όλο το σύστημα. Και ναι, το Σύνταγμα έχει αξία. Αν υπάρχει η αίσθηση της ατιμωρησίας των πολιτικών, είναι πολύ δύσκολο να πάμε πολύ μακριά. Αν έχουμε την αίσθηση ότι οι πολιτικοί νοιάζονται μόνο για την ανανέωση των δικών τους προνομίων, όπως μπορεί να συνέβαινε στο παρελθόν, πάλι μακριά δεν θα πάμε», πρόσθεσε.
Μητσοτάκης: Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης
Για τις σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός δήλωσε πως θεωρεί την Αμερική φίλο και θα εξακολουθεί να προστατεύει και να υπερασπίζεται τη διμερή στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Όμως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι όλα αυτά τα οποία έγιναν το τελευταίο διάστημα ήταν ένα πολύ απότομο και, θα έλεγα, έντονο «ξυπνητήρι» για την Ευρώπη. Τολμώ να πω ότι ως Ελλάδα βρεθήκαμε μπροστά από τις εξελίξεις σε πολλά από αυτά τα οποία έγιναν. Μεταναστευτικό: όταν το 2020 κλείσαμε τα σύνορα και είπαμε δεν θα μπει κανείς, μάς ασκήθηκε δριμεία κριτική από ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής ελίτ γι’ αυτά τα οποία κάναμε. Η Ευρώπη άλλαξε άποψη για το μεταναστευτικό, ήρθε στη δική μας θέση. Στρατηγική αυτονομία: μιλούσαμε με τον Πρόεδρο Μακρόν και λέγαμε «καλή η σχέση με το ΝΑΤΟ, αλλά ως Ευρώπη θα αποκτήσουμε εμείς τον δικό μας αμυντικό πυλώνα;». Έχουμε το άρθρο 42, παρ. 7. Αυτό είναι ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το έβαλα ευθέως στην ατζέντα και είπα ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για στρατηγική αυτονομία αν δεν πούμε εμείς ως Ευρώπη ότι υπερασπιζόμαστε αυτά τα οποία ήδη υπάρχουν στις Συνθήκες. Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης. Γιατί προφανώς είμαστε μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε περίπτωση. Η Γαλλία, παραδείγματος χάρη, ως η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ, συζητά για την επέκταση της πυρηνικής της «ομπρέλας» σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Θα αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα. Αλλά ένα μπορώ να σας πω: εμείς θα είμαστε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Χωρίς να υπονομεύσουμε τη στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ, είμαστε πρωταγωνιστές σε αυτή τη συζήτηση, η οποία γίνεται για τη στρατηγική ευρωπαϊκή αυτονομία. Θα έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για θέματα ανταγωνιστικότητας, για θέματα ενέργειας. Πιστεύω ότι θα διαφυλάξουμε τη σχέση μας με τις ΗΠΑ. Αλλά να σας πω κάτι; Είχε δίκιο ο Πρόεδρος Τραμπ όταν έλεγε «εσείς στην Ευρώπη δεν ασχολείστε με την άμυνά σας». Και ουσιαστικά η Ευρώπη είχε εκχωρήσει την άμυνά της στις ΗΠΑ. Εμείς, η «μικρή Ελλάδα», λόγω των δικών μας γεωγραφικών συνθηκών, δεν ανήκαμε σε αυτή την κατηγορία. Είχε δίκιο. Ξύπνησε η Ευρώπη. Και η Ευρώπη μπορεί να είναι βραδυκίνητο καράβι, αλλά όταν υπάρχει αυτή η αίσθηση του κατεπείγοντος νομίζω ότι αυτό θα μας υποχρεώσει να πάρουμε αποφάσεις που πριν από κάποια χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να τις πάρουμε», συμπλήρωσε.
Τέλος σε ερώτηση αν τον προβληματίζει αν χάνουμε έδαφος ως χώρα όταν τα βασίζουμε όλα στο διεθνές δίκαιο σε έναν κόσμο όπου μετράνε ισχύς και business, απάντησε πως η Ελλάδα δεν τα βασίζει όλα στο Διεθνές Δίκαιο.
«Όπως σας είπα και πριν: ισχύς των αξιών, θα την υπερασπιζόμαστε, αλλά θα αναγνωρίσουμε και την αξία της ισχύος μας. Επενδύουμε στην ισχυρή Ελλάδα αυτή τη στιγμή, σε όλα τα επίπεδα. Για εμάς το Διεθνές Δίκαιο θα είναι πάντα σημείο αναφοράς. Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η πολυμέρεια δεν έχει πεθάνει. Και μέχρι και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που φαίνεται αυτή τη στιγμή σε έναν βαθμό απαξιωμένος, έχει σημαντικό ρόλο να παίξει. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε αφελείς. Πρώτα και πάνω από όλα η ασφάλεια της πατρίδος. Το Διεθνές Δίκαιο είναι σημαντικό, θα το υπερασπιζόμαστε, αλλά αυτό το οποίο με ενδιαφέρει -και τελικά νομίζω ότι από αυτό κρίνονται και όλοι οι Πρωθυπουργοί- είναι: θα παραδώσουμε μια Ελλάδα ισχυρότερη, ψηλότερη, πιο δυνατή, πιο εύπορη από αυτή την οποία παραλάβαμε; Γι’ αυτό αγωνίζομαι. Νομίζω ότι είμαστε στη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα», πρόσθεσε.






