Προτιμούν να τσακώνονται μεταξύ τους για μια καλύτερη θέση στα έδρανα της αντιπολιτεύσεως παρά να συνεργαστούν προκειμένου να υπάρξει η πολιτική αλλαγή στην οποία όλα -υποτίθεται- ομνύουν. Κατά κάποιον τρόπο θυμίζουν εκείνους που δεν κάνουν ερωτήσεις επειδή δεν θέλουν να ακούσουν την απάντηση.
Και η απάντηση είναι μία και μοναδική: όσο αυξάνεται η πολυδιάσπαση στον χώρο της Προοδευτικής Παράταξης τόσο μειώνεται η πιθανότητα να χάσουν ο Μητσοτάκης τις εκλογές και η Συντηρητική Παράταξη την κυβέρνηση. Και το ομολογούν όλοι.

Αναλυτές και δημοσκόποι, κομματικά στελέχη και θαμώνες των καφενέδων ανά την επικράτεια. Ολοι μα όλοι αποφαίνονται πως η ίδρυση νέων κομμάτων, επειδή επιτείνει την πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης, τελικά καταλήγει να ευνοεί τον Μητσοτάκη αφού η Ν.Δ. παραμένει το πλέον συμπαγές κόμμα. Και στις κάλπες θα τον ευνοήσει ενδεχομένως και περισσότερο εάν αυξηθεί η αποχή εξαιτίας της ανημπόριας της αντιδεξιάς αντιπολίτευσης να συνεργαστεί.
Κι όμως, αυτή την απλή αλήθεια αρνούνται να τη δεχθούν ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας, οι δύο πολιτικοί που διεκδικούν να ηγηθούν της αντιπολιτεύσεως. Βέβαια, μετά τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού ότι το «κόμμα των Τεμπών» είναι σχεδόν έτοιμο, ο ορθός χρόνος του ρήματος «διεκδικώ» δεν είναι ο ενεστώτας, αλλά ο παρατατικός.
«Διεκδικούσαν» και όχι «διεκδικούν» θα πρέπει να λέμε αφού, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το «κόμμα Καρυστιανού» έχει μεγαλύτερη διείσδυση στο εκλογικό σώμα και από το ΠΑΣΟΚ και από το «κόμμα Τσίπρα». Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσκόπηση της GPO, η αποδοχή της εκτείνεται στο σύνολο των υφιστάμενων κομμάτων. Είναι «πολύ και αρκετά πιθανό» να ψηφίσουν το «κόμμα Καρυστιανού» το 63,4% των ψηφοφόρων της Νίκης, το 52,8% της Πλεύσης Ελευθερίας, το 36,7% της Ελληνικής Λύσης, το 26,8% του ΣΥΡΙΖΑ, το 25% του ΚΚΕ, το 23,4% της Φωνής Λογικής, το 15,8% του ΠΑΣΟΚ και το 10% της Ν.Δ.
Εάν επαληθευτούν αυτά τα ευρήματα, τότε θα έχουμε ένα ντέρμπι τριών για τη δεύτερη θέση. Ανδρουλάκης, Τσίπρας και Καρυστιανού θα κινηθούν στην περιοχή του 12%-14%.
Η βελόνα του ΠΑΣΟΚ μπορεί να κουνηθεί -προς τα κάτω όμως- αν χάσει μία μονάδα προς το κόμμα Καρυστιανού και 1-2 προς το κόμμα Τσίπρα.
Αντί για «πρώτος έστω και με μία ψήφο» ο Ανδρουλάκης μπορεί να βρεθεί «τέταρτος, υπολειπόμενος μιας ψήφου» του Τσίπρα και της Καρυστιανού.
Ούτε όμως και το «κόμμα Τσίπρα» δείχνει να μπορεί να πετάξει ψηλά. Αφενός επειδή το ΠΑΣΟΚ αντιστέκεται, τουλάχιστον προσώρας, με επιτυχία στην επίθεση του πρώην πρωθυπουργού. Και αφετέρου επειδή από το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ αποσπά μόνο το 50% των ψηφοφόρων του.

Δημοσκοπήσεις
Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, πριν εμφανιστεί το «κόμμα Καρυστιανού» το 25% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αντίθετο στην ίδρυση κόμματος από τον Αλέξη.
Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε τώρα και όσους έχουν θετική προδιάθεση (25%) για το κόμμα της Καρυστιανού. Στις δύο αυτές κατηγορίες ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνονται και όσοι μετά το 2023 προτίμησαν τη Νέα Αριστερά και το ΚΙΔΗ του Κασσελάκη.
Αν ο Τσίπρας δεν απορροφήσει τουλάχιστον το 80% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2023, δεν αποσπάσει ένα σημαντικό ποσοστό (3%-4%) από το ΠΑΣΟΚ και δεν καταφέρει να σηκώσει από τον καναπέ αρκετές χιλιάδες από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους της Πληθυντικής Αριστεράς, τότε στο καλύτερο που μπορεί να ελπίζει είναι ένα διψήφιο ποσοστό, το οποίο όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα του δώσει και τη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Το λάθος του Τσίπρα είναι, λένε πρώην σύντροφοί του, ότι προτίμησε να προσχωρήσει στη λογική «δεν έχει σημασία αν ο γάτος είναι μαύρος ή άσπρος, αρκεί να τρώει ποντίκια».
Αντί να εκπονήσει ένα αντιδεξιό πολιτικό σχέδιο και να οργανώσει την προοδευτική αντιπολίτευση σε μια εναλλακτική στρατηγική, αναλώθηκε στο παιχνίδι των «σημαδεμένων συνοδοιπόρων»: καλός ο Ζαχαριάδης, κακή η Γεροβασίλη, καλή η Αχτσιόγλου, κακός ο Τσακαλώτος, καλός ο Χαρίτσης, κακός ο Φάμελλος, καλοί ο Ζαμπάρας και ο Κεδίκογλου, κακοί ο Σκουρλέτης και ο Φίλης.

«Μικροί, ανίκανοι και άχρηστοι» οι υπουργοί του, καλή η διακυβέρνηση από τον ίδιο. Ενώ η στελέχωση του ινστιτούτου του ήταν υποδειγματική, όπως υποδειγματικό ήταν και το λανσάρισμα της «Ιθάκης» του, άφησε να καρπωθούν άλλοι το πεδίο της κοινωνικής οργής.
Στο όνομα της αναγκαιότητας του διπολισμού και της υπευθυνότητας του δικομματισμού τοποθέτησε τον εαυτό του στον χώρο της κυβερνητικής συστημικότητας, λαμβάνοντας αποστάσεις από όσους ονειρεύονται να γίνουν μπουρλοτιέρηδες του συστήματος.
Οι «Μιαούληδες» με τους οποίους συμπορεύτηκε στο παρελθόν, αλλά και οι «μυαλοπώλες της συνιστωτικής Αριστεράς» δεν έχουν, καταπώς λέγεται από συνομιλητές του Αλέξη, θέση (ούτε καν στη σκευοφόρο) στο «κόμμα Τσίπρα».
Εκ των πραγμάτων η επιλογή θέσης στο κυβερνητικό παιχνίδι στερεί από τον Αλέξη -στους «παλαβούς καιρούς» που ζούμε- ψήφους.
Κάτι που μάλλον αποδέχεται ο πρώην πρωθυπουργός, αφού δεν θέλει να φτιάξει ένα κόμμα όπως ήταν στην αρχή ο Συνασπισμός και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, υπάρχει ο κίνδυνος να εξουδετερωθεί πολιτικά εάν το υπό ίδρυση κόμμα του δεν έρθει δεύτερο. Ενδεχομένως και να τελειώσει άδοξα το rebranding του εάν στις επικείμενες εκλογές ο Ανδρουλάκης και η Καρυστιανού καταγράψουν μεγαλύτερα ποσοστά.
Το ρίσκο είναι μάλλον αποδεκτό από τον Τσίπρα και γι’ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να ευδοκιμήσει το σενάριο που θέλει τον πρώην πρωθυπουργό, μετά την εμφάνιση της Καρυστιανού, να υπαναχωρεί και να μην ιδρύει τελικά κόμμα, αλλά να περιμένει το αποτέλεσμα των πρώτων εκλογών και μετά να προχωρήσει.
«Μόνο κάποιος που θέλει να κάνει κακό στον Τσίπρα διακινεί αυτές τις φήμες», μας λέει τακτικός συνομιλητής του πρώην πρωθυπουργού.
Η απόφαση του Αλέξη για νέο φορέα στον αντιδεξιό και προοδευτικό χώρο είναι ειλημμένη και δεν πρόκειται να αλλάξει.
Μάλιστα, ορισμένοι υποστηρίζουν πως ο Τσίπρας για να «κάψει» αυτά τα σενάρια και να μην αφήσει την αμφιβολία να γίνει σαράκι στο υπό ίδρυση κόμμα του θα πρέπει να επισπεύσει τις ανακοινώσεις.
Μετέωρο βήμα
Ακόμη και να το εξαγγείλει από τη Θεσσαλονίκη στις 19 Ιανουαρίου θα ήθελαν ορισμένοι επειδή, όπως λένε, ο χρόνος αρχίζει πλέον να κυλά εναντίον του.
Όσο το βήμα της «Ιθάκης», της «Πυξίδας» ή όπως αλλιώς θα ονομάσει το κόμμα του μένει μετέωρο, τόσο θα επωφελούνται οι αντίπαλοί του, διατείνονται αυτοί που είναι υπέρ της άμεσης εξαγγελίας του νέου κόμματος.
Ο επιπλέον λόγος είναι ότι εάν καθυστερήσει κι άλλο η δημιουργία του, οι πολίτες θα κουραστούν από την αναβλητικότητα, ενώ θα δοθεί περισσότερος χρόνος στους αντιπάλους του Τσίπρα για να οργανωθούν καλύτερα.
«Από τη στιγμή που βιάστηκε και δεν περίμενε να δει τι εξελίξεις μπορεί να υπάρξουν τους επόμενους οκτώ μήνες θα πρέπει τώρα να τρέξει», μας λέει βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος περιμένει τις ανακοινώσεις του πρώην πρωθυπουργού για να μεταπηδήσει, όπως και αρκετοί άλλοι συνάδελφοί του, στο κόμμα του.
Ένα δεύτερο -και ίσως το μεγαλύτερο- πρόβλημα για τον Τσίπρα είναι ότι πλέον δεν απευθύνεται στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Το 2015 ο Αλέξης καβάλησε το κύμα των Αγανακτισμένων, σήμερα όμως σε αυτό το κύμα σερφάρουν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Κυριάκος Βελόπουλος και τώρα έρχεται με φόρα η Μαρία Καρυστιανού.
Το αντισυστημικό και εν πολλοίς οργισμένο κοινό, σύμφωνα με τις μετρήσεις, είναι περίπου 30%. Σε αυτό ο Αλέξης, όπως και ο Ανδρουλάκης, έχουν σχεδόν μηδενική απήχηση επειδή και οι δύο είναι συστημικοί παίκτες.
Αν από το υπόλοιπο 70% αφαιρέσουμε το ΚΚΕ και τη Νέα Αριστερά, όπου το ΠΑΣΟΚ και το «κόμμα Τσίπρα» έχουν μικρή διείσδυση, απομένει ένα 60%, στο οποίο τη μερίδα του λέοντος έχει η Ν.Δ.
Από τη στιγμή που ο Τσίπρας κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως ο Ανδρουλάκης δεν μπορούν να εισπράξουν μέρισμα από την αντισυστημική ψήφο, οι πιθανότητες να κερδίσουν τον Μητσοτάκη εκμηδενίζονται.

Εκ παραλλήλου δεν θα πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα να δώσουν μάχη για την τρίτη και τέταρτη θέση αν η Καρυστιανού καταφέρει να διατηρήσει τα όντως εντυπωσιακά ποσοστά διείσδυσης σε όλα τα (αριστερόστροφα και δεξιόστροφα) κόμματα. Σύμφωνα με τους ειδήμονες της εκλογικής συμπεριφοράς, είναι δύσκολο αυτό να συμβεί καθώς αρχίζουν να εμφανίζονται παραθρησκευτικές έως και ακροδεξιές ρυτίδες στο πρόσωπο της «μάνας των Τεμπών».
Πάντως, επειδή κυριαρχεί η εντύπωση ότι οι επόμενες εκλογές δεν θα αναδείξουν κυβέρνηση -είτε αυτοδύναμη είτε συνεργατική-, είναι πιθανό το «κόμμα των τιμωρών», όπως ορισμένοι συνομιλητές ή και συνεργάτες της Καρυστιανού θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται, να αντέξει την πίεση των ηγεσιών των υφιστάμενων κομμάτων και να λάβει ποσοστό το οποίο θα «βραχυκυκλώσει» το πολιτικό και κυβερνητικό παιχνίδι.
Η επίθεση στον Τσίπρα
Οι σύμβουλοι της Καρυστιανού θεωρούν πως το πρόβλημα για το νέο κόμμα δεν είναι οι οπαδοί της Ζωής, του Βελόπουλου, του Νατσιού και (των έστω ολίγων) της Λατινοπούλου, αλλά αυτοί που μπορούν να ακολουθήσουν τον Τσίπρα προκειμένου να υπάρξει ισχυρός αντίπαλος απέναντι στον Μητσοτάκη. Αυτός είναι και ο λόγος που η Καρυστιανού επετέθη με τόση σφοδρότητα στον Τσίπρα. «Θέλει», όπως μας λένε συνομιλητές της, «να τον συμπεριλάβει, μαζί με τον Μητσοτάκη και τον Ανδρουλάκη, σε αυτούς με τους οποίους οι θυμωμένοι και αντισυστημικοί ψηφοφόροι έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς».
Αν όμως ο Τσίπρας σηκώσει το γάντι της πρόκλησης και απαντήσει ο ίδιος στην Καρυστιανού, ωφελημένοι θα είναι ο Μητσοτάκης και ο Ανδρουλάκης, που έχουν τις μικρότερες απώλειες προς το «κόμμα Καρυστιανού». Εκτός κι αν όντως επισπεύσει την απόφασή του για την ίδρυση κόμματος. Στην περίπτωση αυτή η απόφασή του θα είναι και η απάντηση στην Καρυστιανού και σε όσους -πολιτικούς και πολιτικάντηδες- συνωθούνται όπισθεν της «μάνας των Τεμπών», χωρίς όμως και να εκδηλώνονται ανοιχτά υπέρ της.

Σημειώνουμε πως δεν είναι λίγοι αυτοί (βουλευτές, κομματικά και κοινωνικά στελέχη, καθώς και δημοσιολογούντες) που περιμένουν να δουν ποιο από τα δύο κόμματα (του Τσίπρα ή της Καρυστιανού) θα ιδρυθεί πρώτο και ποιο θα έχει τις καλύτερες δημοσκοπικές επιδόσεις ώστε να το επιλέξουν ως «καράβι ευκαιρίας». Κάποιοι μάλιστα παίζουν και στα δύο ταμπλό θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο αυξάνουν -έναντι των ακραιφνών «τσιπρικών» και «καρυστιανικών»- τη διαπραγματευτική τους δυνατότητα.
Πάντως, το παράδειγμα του Φαραντούρη δεν αποκλείεται να ακολουθήσουν κι άλλοι. Και όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από άλλα κόμματα – ιδιαίτερα όσοι δεν έχουν πιθανότητες επανεκλογής. Ηδη ακούγεται ότι η επόμενη που μπορεί να βρεθεί εκτός ΣΥΡΙΖΑ είναι η ευρωβουλευτής Ελενα Κουντουρά. Εάν συμβεί αυτό, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ από τέσσερεις ευρωβουλευτές θα μείνει με έναν. Και ενδεχομένως με κανέναν εάν και ο Κώστας Αρβανίτης επιλέξει να συμπορευτεί με τον Τσίπρα. Κάτι που είναι πιθανό να συμβεί εάν ο Αλέξης φτιάξει γρήγορα το κόμμα του και θέλει, μέχρι να γίνουν οι εκλογές, να έχει εκπροσώπηση στο Ελληνικό και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Συμμαχία
Εξυπακούεται πως στην ελληνική Βουλή, εφόσον ο Αλέξης το θελήσει, μπορεί το «κόμμα Τσίπρα» να βρεθεί ακόμη και με 30 βουλευτές. Στην περίπτωση αυτή ο Τσίπρας, υπό την πίεση των γεγονότων, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον «μοναχικό δρόμο των άφθαρτων προσώπων για την εξουσία» και θα επιχειρήσει να ηγηθεί μιας συμμαχίας προοδευτικών δυνάμεων και προσωπικοτήτων.
Αν το εγχείρημα λάβει τη μορφή της συνένωσης των κομμάτων που ξεπήδησαν από τη μήτρα του ΣΥΡΙΖΑ και έχει και «ολίγη από ΠΑΣΟΚ», το πιθανότερο είναι να τον φέρει σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι του Ανδρουλάκη, αφού σύμφωνα με τον καθηγητή Συγκριτικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου Μάκη Μοσχονά «ο τσακισμένος, πολιτικά και οργανωτικά, συριζογενής χώρος είναι, όσο κι αν αυτό εκπλήσσει, ο ισχυρότερος στο εσωτερικό της μη δεξιάς αντιπολίτευσης». Και ο λόγος είναι απλός. Το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να αντικαταστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ.
«Η δυναμική του, παρά τα κάποια πετάγματα, υπήρξε πληκτικά πλάγια παρότι ανοδική», σύμφωνα με τον Μ. Μοσχονά. Και σε σημαντικό βαθμό αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι «η αντιπολίτευση που ασκεί το ΠΑΣΟΚ είναι πλειοψηφικά αρνητική και η πρωθυπουργική εικόνα του Ανδρουλάκη πολύ αδύναμη». Η σύγκρουση του Τσίπρα με το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση θα είναι μετωπική – τουλάχιστον στην αρχή, υποστηρίζει ο καθηγητής και έγκυρος πολιτικός αναλυτής Μ. Μοσχονάς. Προβλέπει μάλιστα ότι «δεν θα κριθεί σε μία μάχη. Ούτε στο δημοσκοπικό ποσοστό εκκίνησης, αλλά στη δεύτερη ορμή».
Ούτε στις αντιδεξιές κορόνες, παρότι ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε το νέο κόμμα Τσίπρα μπορούν να παραγνωρίσουν το αριστερό κέντρο βάρους της μη δεξιάς «παράταξης». Θα κριθεί, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, «στην ηγετικότητα, στο ποιος εκ των δύο θα ορίσει με μεγαλύτερη φρεσκάδα την επόμενη μέρα και στο ποιος θα πείσει ότι θα υλοποιήσει λόγω ομάδας, λόγω προετοιμασίας, λόγω βούλησης και λόγω παρελθόντος τις υποσχέσεις. Θα κριθούν και στις ρελάνς που θα γίνουν για να εξουδετερωθούν τα κατά συγκυρία πλεονεκτήματα του ενός ή του άλλου κόμματος».
Το μόνο που μπορούμε να προσθέσουμε εμείς είναι πως, εφόσον συνεχιστεί ο εμφύλιος πόλεμος στην Προοδευτική και Αντιδεξιά Παράταξη, η δυστυχία θα συνεχίσει να γδέρνει απέξω τις πόρτες. Δυστυχώς, κάποιοι στην Κεντροαριστερά περιμένουν, όπως ο ποιητής, τα φέρετρα να γίνουν άσπρες βάρκες και μέσα να τραγουδάνε ευτυχισμένοι οι νεκροί. Δυστυχώς…






