Στην ομιλία του ο Κώστας Καραμανλής στάθηκε ιδιαίτερα στις εξελίξεις που αφορούν την Ελλάδα και τη θέση της μέσα στο νέο πολυπολικό διεθνές σύστημα, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα οφείλει να προσαρμόσει τη στρατηγική της στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Δεν παρέλειψε όμως να αναφερθεί και στα ζητήματα για το κράτος δικαίου υπογραμμίζοντας ότι οι «πΠαράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία. Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται».
Ο πρώην πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν «προμαχώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα νοτιοανατολικά της σύνορα, απέναντι τόσο στην τουρκική επεκτατικότητα όσο και σε ευρύτερες γεωπολιτικές απειλές που αναδύονται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις πληροφορίες περί νομοθετικής κατοχύρωσης της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Τουρκία, χαρακτηρίζοντας «εξωφρενικό» το σχετικό σχέδιο νόμου που, όπως είπε, επιχειρεί να μετατρέψει το αναθεωρητικό αυτό δόγμα σε επίσημη κρατική πολιτική δεσμευτική για όλες τις επόμενες κυβερνήσεις της γειτονικής χώρας.
Σύμφωνα με τον Κώστα Καραμανλή, η εξέλιξη αυτή συνιστά σαφή απόδειξη ότι η Τουρκία προωθεί «μεθοδικά και συστηματικά» την αναθεωρητική της ατζέντα και επιχειρεί να δημιουργήσει ευνοϊκά τετελεσμένα στην περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρώην πρωθυπουργός έθεσε ευθέως ζήτημα αποτελεσματικότητας της πολιτικής των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
«Πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των “ήρεμων νερών”», σημείωσε, προειδοποιώντας ότι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων ενδέχεται να παρερμηνεύεται από την Άγκυρα ως υποχωρητικότητα της Ελλάδας στην άσκηση κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Δείτε την εκδήλωση

Παράλληλα, υποστήριξε ότι απαιτείται πιο ενεργή και επίμονη δημόσια διπλωματία προς εταίρους και συμμάχους, ώστε να αναδεικνύεται με σαφήνεια «το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων και το μέγεθος της τουρκικής επεκτατικότητας και επιθετικότητας».
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Κώστας Καραμανλής έστειλε μήνυμα προς την Τουρκία ότι «κανείς στην Ελλάδα δεν προσφέρεται για εκπτώσεις σε ζητήματα διεθνώς κατοχυρωμένων δικαίων και δικαιωμάτων της χώρας».
Η εικόνα των δύο πρώην πρωθυπουργών (Καραμανλή και Σαμαρά) στην ίδια εκδήλωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός καταγράφει το τελευταίο διάστημα αυξημένη κινητικότητα, η οποία για πολλούς συνδέεται με σενάρια περί ίδρυσης νέου πολιτικού φορέα, χωρίς ο ίδιος να έχει δώσει μέχρι στιγμής σαφείς απαντήσεις.
Στην εκδήλωση έδωσαν το παρών ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας επί ΣΥΡΙΖΑ Ευάγγελος Αποστολάκης, η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, και οι: Ευάγγελος Μεϊμαράκης, Μιχάλης Παπαδόπουλος, Χρήστος Σταϊκούρας, Κωνσταντίνος Αχ. Καραμανλής, Ευριπίδης Στυλιανίδης, Κώστας Σκρέκας, Χαράλαμπος Αθανασίου, Γιώργος Βλάχος, Διονύσης Σταμενίτης, Μάνος Κόνσολας και Βασίλης Υψηλάντης.
Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση

















Αναλυτικά η ομιλία Καραμανλή
Κυρίες και Κύριοι,
Το βιβλίο των Αρβανιτόπουλου και Φίλη είναι μια ακριβής απεικόνιση της νέας πραγματικότητας που βιώνουμε πλέον στο διεθνές σύστημα, της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον τίτλο, κατ’ ευφημισμόν, στην πραγματικότητα ΑΤΑΞΙΑΣ, και μια πολύ εύστοχη διερεύνηση των στοιχείων που την ερμηνεύουν. Οι συγγραφείς εμβαθύνουν σε όλες τις παραμέτρους που διαφοροποιούν αυτήν την κατάσταση σε σχέση με το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα και αποκρυσταλλώνουν τις νέες παραμέτρους, με τις οποίες ερχόμαστε πλέον αντιμέτωποι. Ως συνισταμένη των δεδομένων που χαρακτηρίζουν αυτήν την νέα πραγματικότητα, οι συγγραφείς προσδιορίζουν «Το Δίκαιο της Ισχύος», σε αντιδιαστολή με τη φιλελεύθερη δημοκρατική δικαιοκρατική τάξη που, διακηρυκτικά έστω, ταυτοποιούσε τον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο. Η κωδικοποίηση αυτή είναι εξ ορισμού ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση του νέου διεθνούς συστήματος που αναδύεται.
Ο σημερινός κόσμος απομακρύνεται οριστικά από τα δεδομένα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Τόσο ο διπολικός κόσμος της εποχής του Ψυχρού Πολέμου όσο και η ηγεμονία της μοναδικής υπερδύναμης στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, πρόσφεραν ένα σημαντικό βαθμό σταθερότητας. Σίγουρα ο κόσμος δεν ήταν ειδυλλιακός, υπήρχαν εντάσεις, συγκρούσεις, περιφερειακοί πόλεμοι, αλλά το σύστημα ήταν σχετικά σταθερό. Σήμερα, ωστόσο, αυτός ο παράγοντας της σταθερότητας αλλάζει ταχύτατα και σε βάθος. Ένας νέος πολυπολικός κόσμος αναδύεται. Βεβαίως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η ηγετική δύναμη στον κόσμο, κυρίως σε κάποιους τομείς (στρατιωτικό), ωστόσο δυσκολεύονται να επιβάλουν τη θέλησή τους, όπως αποδεικνύεται συχνά τα τελευταία χρόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με την απογοητευτική αδυναμία της ΕΕ να αναλάβει ένα διεθνή ρόλο ανάλογο με την πραγματική της δυνατότητα, οδηγεί στο να διολισθαίνει η Δύση προοδευτικά σε θέση αμηχανίας. Παράλληλα, βρίσκεται υπό κατάρρευση η παραδοσιακή συνοχή της Δύσης. Στο παρελθόν, ΗΠΑ και ΕΕ είχαν μεν πάντα διαφορές, αλλά πλέον αυτές φαίνονται αγεφύρωτες. Αυτή η πραγματικότητα επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να γεμίσουν το κενό ή τουλάχιστον να το εκμεταλλευτούν. Αμφισβητώντας ολοένα και περισσότερο την πρωτοκαθεδρία της Δύσης και την τάξη που βασίζεται σε κανόνες που αυτή έχει επιβάλει στο διεθνές σύστημα, η Κίνα, η Ρωσία, αλλά και μικρότεροι παίκτες, όπως το Ιράν, η Τουρκία και άλλοι, επιδεικνύουν μια συνεχώς αυξανόμενη δραστηριοποίηση και παρεμβατικότητα, στην προσπάθειά τους να προωθήσουν τα συμφέροντα και την επιρροή τους. Άλλωστε, την υποτιθέμενη αυτή τάξη ακυρώνει λεκτικά και έμπρακτα ο ίδιος ο μεταπολεμικός αρχιτέκτονάς της, δηλαδή οι ΗΠΑ.
Η διεθνής σκηνή είναι πολύ πιο ασταθής σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη φάση, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε εισέλθει σε μια φάση αυξανόμενης αβεβαιότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το διεθνές σύστημα επιστρέφει σε μια realpolitik σφαιρών επιρροής και ωμής βίας ως μέσο επίλυσης διεθνών διαφορών, με πλήρη αδιαφορία για το κράτος δικαίου και τις διεθνείς συνθήκες και οργανισμούς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο, ακόμη και ο ΟΗΕ επιχειρείται να αποδομηθεί από την ίδια τη Δύση, καθώς οι ΗΠΑ προσβλέπουν στην αντικατάστασή του με ένα προσωποπαγές όργανο ηγετών και φίλων με ισχύ και παρόμοιες αναθεωρητικές βλέψεις, το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης. Πρόκειται, επομένως, για έναν κόσμο που ολισθαίνει σε μια κατάσταση διεθνούς αναρχίας, με τη βία να επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρότερου και να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, αναθεωρητισμό και ηγεμονικές φιλοδοξίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει φέρει ξανά στην καρδιά της Ευρώπης έναν πόλεμο μεγάλης έντασης και διάρκειας. Αυτό, σε συνδυασμό με τον παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τη σύγκρουση με το Ιράν, οδηγούν σε διαρκή παγκόσμια αστάθεια και μακροχρόνιους οικονομικούς και κοινωνικούς κλυδωνισμούς στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.
Εύστοχα υποστηρίζουν οι συγγραφείς ότι το αναδυόμενο σκηνικό θα λειτουργεί στη βάση σφαιρών επιρροής και αυξανόμενης χρήσης απροκάλυπτης βίας, ή απειλής χρήσης της, με ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση των θεσμών και κανόνων του μεταπολεμικού κόσμου και του Διεθνούς Δικαίου. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους, στηριζόμενες και στη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή τους, όχι όμως με ιδιαίτερη επιτυχία. Οι άλλοι πρωταγωνιστές της διεθνούς σκηνής επιχειρούν να αναβαθμίσουν το ρόλο τους, να αυξήσουν την επιρροή τους και σταδιακά να ανατρέψουν το μεταπολεμικό καθεστώς που οικοδομήθηκε από τη Δύση, κατά τη δική τους εκτίμηση προς ίδιον όφελος. Μεσαίοι παίκτες αισθάνονται ότι έχουν το περιθώριο μεγαλύτερων πρωτοβουλιών και ευχέρειας κινήσεων για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, ειδικά όσοι έχουν αναθεωρητικές βλέψεις (όπως η Τουρκία). Η ΕΕ αδυνατεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο, όχι μόνο λόγω απροθυμίας ή έλλειψης σοβαρής ηγεσίας, αλλά και λόγω των αδυναμιών της σε ότι αφορά την ταχεία λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής μεταξύ των κρατών μελών.
Ο, δυστυχώς, παρατεινόμενος και αιματηρός πόλεμος της Ουκρανίας αναδεικνύει ανάγλυφα πολλές από τις αντιφάσεις της διεθνούς ζωής. Η Ρωσία αδίκως και παρανόμως εισβάλλει στην Ουκρανία. Η συμπεριφορά της συλλογικής Δύσης προηγουμένως δεν είναι αναμάρτητη, αφού ποικιλοτρόπως επιχείρησε να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο. Με την εισβολή, η Δύση, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, στηρίζει με κάθε τρόπο την Ουκρανία, μέχρι την αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ, οπότε επέρχεται η πλήρης ανατροπή των δεδομένων. Οι ΗΠΑ προσεγγίζουν τη Ρωσία, πιέζουν την Ουκρανία να δεχθεί επώδυνη γι’ αυτήν διευθέτηση και οι Ευρωπαίοι μένουν αποσβολωμένοι στα κρύα του λουτρού.
Μία από τις σημαντικότερες ίσως διαπιστώσεις του βιβλίου είναι ότι η ανάδυση της Κίνας θα εξισορροπήσει ή και θα υπερακοντίσει μακροπρόθεσμα τις ΗΠΑ. Προς το παρόν η Κίνα, χρησιμοποιεί την οικονομική διπλωματία για να εδραιώσει την επιρροή της στον κόσμο και οικοδομεί περιφερειακούς οικονομικούς οργανισμούς και συμμαχίες, επενδύοντας σε μία συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από συνέπεια, αλλά και προσήλωση στην αρχή της μη επεμβατικότητας. Όσο, όμως, οι δυνατότητές της μεγαλώνουν τόσο θα επεκτείνονται και οι φιλοδοξίες της. Δεν πέρασε απαρατήρητη η αναφορά στη λεγόμενη «παγίδα του Θουκυδίδη», με εμφανή τον υπαινιγμό ότι η αλλαγή των συσχετισμών μπορεί να οδηγήσει στην αντίδραση του σημερινού πρωταγωνιστή από τον φόβο ότι η ανερχόμενη δύναμη απειλεί την πρωτοκαθεδρία του.
Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, ο πόλεμος έχει καταδείξει, περισσότερο ίσως και από αυτόν στην Ουκρανία, πώς αλληλεπιδρούν πλέον μεταξύ τους οι πόλοι αυτού του παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος. Οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα τον πρώτο ρόλο, αλλά δυσκολεύονται να επιβάλλουν τη βούλησή τους, Ρωσία, Κίνα, καθώς και άλλοι μικρότεροι δρώντες, παίζουν το δικό τους ρόλο επιρροής στις εξελίξεις, συνομιλώντας ταυτοχρόνως με τις ΗΠΑ και αλληλεπιδρώντας με αυτές. Τη στιγμή που, για πρώτη ίσως φορά, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει σταθεί στο πλευρό των ΗΠΑ και το Ευρω-Ατλαντικό χάσμα δείχνει αγεφύρωτο όσο ποτέ. Ενώ και πάλι η ΕΕ, παρά το γεγονός ότι σωστά δεν εμπλέκεται στον πόλεμο, δεν καταφέρνει ωστόσο να εμφανιστεί ως σημαίνων δρών.
Μία καίρια επισήμανση του βιβλίου είναι ότι το τοπίο για τη Δύση επιβαρύνεται πολύ από τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, των κοινωνικών ανισοτήτων και του μεταναστευτικού στις κοινωνίες των δυτικών χωρών. Στην Ευρώπη, ο ευρωσκεπτικισμός αμφισβητεί τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ολοκλήρωσης και, στις ΗΠΑ, τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου αμφισβητούνται ανοιχτά. Το γεγονός ότι όλο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια λιγότερων ατόμων και το χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων διαρκώς διευρύνεται είναι ανησυχητικό, όσον αφορά την κοινωνική συνοχή, την πολιτική σταθερότητα και την ποιότητα των δυτικών δημοκρατιών. Αυτό που κάνει, ωστόσο, τις κοινωνικές ανισότητες μια μεγάλη και πιεστική παγκόσμια πρόκληση της εποχής μας είναι η προοπτική ότι, εξαιτίας των οικονομικών εξελίξεων και των τεχνολογικών ανακαλύψεων, πιθανότατα θα κλιμακωθούν δραματικά. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα ποιό ποσοστό του πληθυσμού θα έχει τις δεξιότητες για να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία παραγωγής, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και την επαγγελματική κινητικότητα στο εγγύς μέλλον. Και ποιό θα μπορεί να εξασφαλίσει πρόσβαση στις σύγχρονες υπηρεσίες υγείας, ιατροφαρμακευτικής κάλυψης και παιδείας. Παράλληλα, εκπτώσεις σε δημοκρατικές αξίες αποσταθεροποιούν την κοινωνική συνοχή και το αξιακό σύστημα της μεταπολεμικής Δύσης. Ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το ζήτημα της ακριβούς και αμερόληπτης πληροφόρησης είναι καθοριστικής σημασίας. Όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα ή καταντούν απροκάλυπτη απόπειρα χειραγώγησης, η Δημοκρατία πλήττεται. Παράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία. Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται. Όλα αυτά ανατρέπουν το αφήγημα της Δυτικής υπεροχής. Όμως, αντί συγκροτημένης προσπάθειας ανάσχεσης των αρνητικών συνεπειών τους, βλέπουμε συχνά την εμμονή των κρατούντων στις εκπτώσεις αυτές. Καταφεύγουν με ευκολία στην προσπάθεια μείωσης και συκοφάντησης εκείνων που τολμούν να αμφισβητήσουν το δικό τους αφήγημα. Συχνά, μάλιστα, με καθοδηγούμενες, αλλά ανώνυμες πέννες του διαδικτύου. Πως να απορεί κανείς, λοιπόν, με την εκρηκτική ενδυνάμωση αντισυστημικών τάσεων.
Σε αυτό το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται, είναι ζωτικής σημασίας να δούμε τα της ηπείρου μας και κυρίως τα της ΕΕ. Σήμερα, η ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι η περίοδος χάριτος έχει τελειώσει και ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται στις αμερικανικές δυνάμεις για την ασφάλειά της, ούτε, φυσικά, να περιμένει ότι μια αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ θα της εξασφαλίσει ξανά την αμυντική κάλυψη, την οποία της παρείχε μέχρι τώρα η Ουάσιγκτον. Πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει γυρισμός και να προωθήσει άμεσα τις απαραίτητες πρωτοβουλίες που θα της επιτρέψουν να είναι αυτάρκης στον αμυντικό τομέα. Και πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οι κίνδυνοι στην περιοχή της είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι αντιλαμβάνεται και δεν προέρχονται μόνο από την ανατολή, αλλά και από το νότο, δηλαδή από την Τουρκία και άλλους παράγοντες αστάθειας στα νότια σύνορά της.
Επιπλέον, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη πλήρως η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως η πιο κρίσιμη ίσως έννοια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αλληλεγγύη με την έννοια, όχι μόνο της αμοιβαίας βοήθειας, αλλά και της αντιμετώπισης των προβλημάτων όλων των κρατών μελών ως κοινών ευρωπαϊκών προβλημάτων. Η αλληλεγγύη, όχι απαραίτητα μόνο ως ηθική αξία, αλλά ως ρεαλιστική συνειδητοποίηση ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα του καθενός εξυπηρετούνται καλύτερα όταν ολόκληρο το οικοδόμημα είναι ισχυρό. Ενώ η υπεράσπιση των μικροσυμφερόντων των μεμονωμένων κρατών μελών έχει επικρατήσει έναντι της υπεράσπισης του συνολικού συμφέροντος.
Προκειμένου, όμως, η αμυντική ικανότητα της ΕΕ να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να αποφύγει κάθε είδους εξαρτήσεις. Είναι απολύτως απαραίτητο η ΕΕ να αποκτήσει αυτόνομη αμυντική ικανότητα που δεν θα εξαρτάται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν εξαρτήσεις από τους λεγόμενους ομοϊδεάτες εκτός ΕΕ εταίρους. Δηλαδή, η συζήτηση που γίνεται για αμυντική συνεργασία με τη Βρετανία, την Ουκρανία ή την Τουρκία δείχνει την, ακόμη και τώρα, πεισματική άρνηση και αδυναμία της ΕΕ να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα ειδικά, είναι κραυγαλέες οι αντιφάσεις της ΕΕ στο θέμα της ενιαίας ασφάλειας και άμυνας. Τη στιγμή που η Τουρκία έχει αναθεωρητικούς στόχους απέναντι σε ένα κράτος μέλος, την Ελλάδα, μας απειλεί συνεχώς με πόλεμο και συχνά καταφεύγει στη βία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της, η Άγκυρα θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα κράτη μέλη. Ειδικά όσον αφορά την Κύπρο, ένα ακόμη κράτος μέλος της ΕΕ, υπάρχει μια προκλητική αντίφαση στη στάση των περισσότερων συμμάχων και εταίρων. Δηλαδή, ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται με κάθε τρόπο ο αμυνόμενος, τα αντίστοιχα βάσανα της Κύπρου, που συνεχίζονται εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, δεν αντιμετωπίζονται. Ακόμα χειρότερα, καταβάλλονται προσπάθειες για την εξεύρεση λύσεων που θέτουν τον επιτιθέμενο και το θύμα σε ισότιμη βάση ή που νομιμοποιούν την παράνομη κατοχή και θέτουν την Κύπρο σε κατάσταση ομηρίας απέναντι στην Τουρκία, σε πλήρη ασυμφωνία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αυτή η αναντιστοιχία εκθέτει σοβαρά όσους ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για αξίες και αρχές και εγείρει την υποψία ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύεται από αρχές αλλά από γεωπολιτικές επιδιώξεις. Στην πραγματικότητα, αποδυναμώνει την πολιτική, νομική και ηθική ανωτερότητα του δυτικού αφηγήματος.
Κυρίες και Κύριοι,
Μέσα στην νέα αυτή πραγματικότητα, η Ελλάδα οφείλει να διαβάσει σωστά τις εξελίξεις και να χαράξει την πορεία εκείνη που θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη της, θα τη θέσει σε πλεονεκτική θέση στο γεωπολιτικό χάρτη και θα την προστατεύσει από τις βλέψεις άλλων. Το πολυπολικό σύστημα που αναδεικνύεται υπαγορεύει μια πιο περίπλοκη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική απαλλαγμένη από τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι ταγμένη με τη Δύση, αλλά η ίδια η Δύση πλέον μεταλλάσσεται ή και διχάζεται και μέρος αυτής συνομιλεί με τη Ρωσία και την Κίνα. Όχι μόνο οι ΗΠΑ. Πρόσφατα ακούστηκαν φωνές και εντός της ΕΕ που προτρέπουν σε συνομιλίες με τη Ρωσία. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι κατά της βίας και του αναθεωρητισμού, αλλά θα πρέπει αυτό το δόγμα να έχει καθολική εφαρμογή. Δεν μπορεί εμείς να τασσόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο πλευρό του αμυνόμενου και η υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά – προσέξτε – ακόμα ακόμα και αυτός ο αμυνόμενος, να μην τάσσεται στο δικό μας πλευρό όταν απειλούμαστε! Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι Ελλάδα και Κύπρος φυλάμε τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης από κινδύνους υπαρκτούς και υπαρξιακούς που απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ. Μάλιστα, εκτός από την τουρκική επεκτατικότητα, πρόσφατα έγινε κατανοητό ότι το τόξο Ελλάδας-Κύπρου αποτελεί τον προμαχώνα της ΕΕ στα νοτιοανατολικά της σύνορα απέναντι σε απειλές που προέρχονται και πέρα από την Ανατολική Μεσόγειο.
Και εδώ θα ήθελα να πω δυο λόγια για ένα θέμα που θεωρώ πολύ σοβαρό. Ο νόμος που ετοιμάζει η Τουρκία, σύμφωνα με πρόσφατες διαρροές, είναι εξωφρενικός. Το αδιανόητο «Δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας» που πολλοί θεωρούν ότι προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, αφού πλέον διδάσκεται στα σχολεία και γαλουχεί, παραπλανά και φανατίζει τις νέες γενιές, τώρα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή και γίνεται νόμος του κράτους, προκειμένου να δεσμεύει και όλες τις επόμενες κυβερνήσεις. Να δεσμεύει το ίδιο το κράτος. Φυσικά και δεν έχει καμία νομική αξία για την επιβολή τετελεσμένων, αλλά δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία για τις απαράδεκτες αξιώσεις της Τουρκίας στο μισό Αιγαίο και δεσμεύει το κράτος της Τουρκίας για επιβολή του νόμου αυτού στο πεδίο. Και πάντως αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η Τουρκία, μεθοδικά και συστηματικά, προωθεί την αναθεωρητική ατζέντα της και επιχειρεί να μεθοδεύσει σταδιακά τη διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ αυτήν συνθηκών. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των «ήρεμων νερών». Διότι, όσο κατανοητή και αν είναι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, εφ’ όσον η συμπεριφορά αυτή παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση και του παραμικρού δικαιώματός μας, ακόμα και στην καρδιά του Αιγαίου, ή απαλλάσσει την Τουρκία από το βάρος της επιθετικής της συμπεριφοράς στα μάτια των τρίτων – υποκριτικά βέβαια, γιατί τους βολεύει –, το κόστος καθίσταται δυσανάλογα μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος. Σωστά, λοιπόν, ενισχύεται η αμυντική και αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, πιστεύω όμως ότι ήρθε η ώρα να καταδειχθεί πλέον σε εταίρους και συμμάχους, ακόμα και με μια διαρκή εκστρατεία δημόσιας διπλωματίας και με τρόπο επίμονο και σαφή, το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων και το μέγεθος της τουρκικής επεκτατικότητας και επιθετικότητας. Και προς την Τουρκία, καθαρά και ξάστερα το μήνυμα ότι κανείς στην Ελλάδα δεν προσφέρεται για εκπτώσεις σε ζητήματα διεθνώς κατοχυρωμένων Δικαίων και δικαιωμάτων της χώρας.
Καλοτάξιδο το βιβλίο!







