Στην κοινή συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής συμμετείχε, εκπροσωπώντας την ΚΕΔΕ, ο γενικός γραμματέας της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος, Δημήτρης Καφαντάρης.
Το θέμα της συνεδρίασης ήταν «Ελαιοπαραγωγή και κλιματική κρίση: Οι επιπτώσεις, η ανάγκη προσαρμογής και η διάσταση της περιφερειακής ανάπτυξης». Ο κ. Καφαντάρης ανέπτυξε το ζήτημα της βιωσιμότητας της ελαιοκαλλιέργειας και τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει η Αυτοδιοίκηση στη νέα εποχή που διαμορφώνει η κλιματική κρίση.
Στην τοποθέτησή του, υπογράμμισε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον πρωτογενή τομέα ή την παραγωγή ελαιολάδου, αλλά τη βιωσιμότητα της ελληνικής περιφέρειας, την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου, την οικονομική επιβίωση χιλιάδων οικογενειών και την ίδια την ταυτότητα της χώρας.
Όπως ανέφερε, η ελιά στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μία καλλιέργεια, αλλά πολιτισμός, ιστορία, παράδοση, τοπίο και τρόπος ζωής. Αποτελεί στοιχείο της εθνικής φυσιογνωμίας και βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας σε δεκάδες δήμους και περιφέρειες.
Ο γενικός γραμματέας της ΚΕΔΕ σημείωσε ότι η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον θεωρητική απειλή, αλλά πραγματικότητα που επηρεάζει καθημερινά την παραγωγή, το εισόδημα των αγροτών και τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών. Αναφέρθηκε στην παρατεταμένη ανομβρία και τη λειψυδρία, στους καύσωνες και τις ακραίες θερμοκρασίες, στους ήπιους χειμώνες και στις ασυνήθιστες θερμοκρασίες που ευνοούν ασθένειες και εχθρούς της ελιάς, καθώς και στην απορρύθμιση κρίσιμων σταδίων της ανθοφορίας και της καρπόδεσης.
Σύμφωνα με τον κ. Καφαντάρη, οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε συνεχείς μειώσεις παραγωγής, ποιοτική υποβάθμιση και μεγάλη αύξηση του κόστους καλλιέργειας. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν την έλλειψη εργατικών χεριών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, την περιορισμένη εκμηχάνιση, την απόσυρση δραστικών ουσιών φυτοπροστασίας και τις δυσκολίες προσαρμογής στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής ελαιοκομίας, όπως ο μικρός και πολυκερματισμένος κλήρος, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, η έλλειψη συνεργατικών σχημάτων και η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για τον ελαιοκομικό τομέα.
Ο κ. Καφαντάρης ανέφερε ότι η Αυτοδιοίκηση βλέπει τις συνέπειες της κρίσης όχι μόνο μέσα από τα στοιχεία παραγωγής, αλλά και μέσα στις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες. Όταν μειώνεται το αγροτικό εισόδημα, όπως σημείωσε, κλείνουν μικρές επιχειρήσεις, περιορίζεται η τοπική κατανάλωση, νέοι άνθρωποι φεύγουν από τα χωριά και η ύπαιθρος εγκαταλείπεται.
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, προκαλεί αλυσιδωτές συνέπειες, όπως δημογραφική συρρίκνωση, οικονομική αποδυνάμωση, περιβαλλοντική υποβάθμιση, αύξηση του κινδύνου πυρκαγιών και ερημοποίησης. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, η συζήτηση για την ελαιοπαραγωγή δεν είναι μόνο αγροτική πολιτική, αλλά πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και εθνική υπόθεση.
Ο γενικός γραμματέας της ΚΕΔΕ υποστήριξε ότι οι μειώσεις παραγωγής που καταγράφονται σε πολλές περιοχές της χώρας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, χρονιά με τη χρονιά, μόνο με αποζημιώσεις ή προσωρινές ενισχύσεις. Αντίθετα, ζήτησε ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την ελληνική ελαιοκομία, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και σύνδεση της παραγωγής με την καινοτομία, την κλιματική προσαρμογή, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διατήρηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο.
Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε την ανάγκη για σύγχρονες υποδομές άρδευσης, νέα έργα διαχείρισης υδάτων, στήριξη της αναδιάρθρωσης καλλιεργειών, ενίσχυση της εκμηχάνισης, σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, συνεχή κατάρτιση των παραγωγών και ουσιαστική αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη δημιουργίας ισχυρών συλλογικών σχημάτων και εθνικής στρατηγικής προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου. Όπως υπογράμμισε, δεν αρκεί η παραγωγή ποιοτικού προϊόντος, αλλά απαιτείται ισχυρή τοποθέτηση στις διεθνείς αγορές, με ταυτότητα, πιστοποίηση και υπεραξία.
Ο κ. Καφαντάρης συνέδεσε τη βιώσιμη ύπαιθρο και με τις βασικές υποδομές που χρειάζονται οι τοπικές κοινωνίες. Τόνισε ότι οι νέοι άνθρωποι δεν θα παραμείνουν στα χωριά μόνο από αγάπη για τη γη τους, αλλά χρειάζονται υγεία, εκπαίδευση, ψηφιακές υποδομές, προσβασιμότητα και σύγχρονες υπηρεσίες.
Αναφερόμενος στον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σημείωσε ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της διαχείρισης φυσικών πόρων, της πολιτικής προστασίας, της αγροτικής οδοποιίας, της τοπικής ανάπτυξης και της στήριξης συνεργασιών μεταξύ παραγωγών και επιστημονικών φορέων.
Ωστόσο, όπως είπε, για να μπορέσει η Αυτοδιοίκηση να ανταποκριθεί στον ρόλο αυτό, χρειάζεται θεσμική συμμετοχή στον σχεδιασμό, επαρκείς πόρους, χρηματοδοτικά εργαλεία και αποκέντρωση αρμοδιοτήτων.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο γενικός γραμματέας της ΚΕΔΕ τόνισε ότι η ελιά αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της Ελλάδας. Προειδοποίησε ότι αν καταρρεύσει η ελληνική ελαιοκαλλιέργεια, δεν θα χαθεί μόνο ένα αγροτικό προϊόν, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής υπαίθρου, της τοπικής οικονομίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Όπως επισήμανε, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης στην ελαιοπαραγωγή απαιτεί σχέδιο, συνέργειες, πολιτική βούληση και άμεση δράση, καθώς ο χρόνος δεν είναι πλέον σύμμαχος.







