ΕΛΛΑΔΑ. Στο μικροσκόπιο των φορολογικών αρχών βρίσκονται οι μεταφορές χρημάτων μέσω κοινών τραπεζικών λογαριασμών, καθώς υπό προϋποθέσεις μπορεί να χαρακτηριστούν ως άτυπες δωρεές και να οδηγήσουν σε φορολογικές επιβαρύνσεις. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χιλιάδες οικογένειες που χρησιμοποιούν κοινούς λογαριασμούς για τη διαχείριση των οικονομικών τους υποχρεώσεων, χωρίς να γνωρίζουν ότι ορισμένες κινήσεις ενδέχεται να προκαλέσουν έλεγχο από την Εφορία.
Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, η μεταφορά χρημάτων από κοινό λογαριασμό σε ατομικό ή σε άλλον κοινό λογαριασμό δεν θεωρείται αυτομάτως δωρεά. Ωστόσο, όταν ο δικαιούχος δεν μπορεί να αποδείξει ότι συνέβαλε στη δημιουργία του αρχικού υπολοίπου, η φορολογική αρχή μπορεί να εκτιμήσει ότι έχει λάβει περιουσιακό όφελος χωρίς αντάλλαγμα και να επιβάλει τον αντίστοιχο φόρο.
Το ζήτημα αναδείχθηκε μέσα από πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία απέρριψε προσφυγή φορολογουμένου κατά πράξης επιβολής φόρου δωρεάς. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η απλή ιδιότητα του συνδικαιούχου δεν αρκεί για να τεκμηριώσει κυριότητα επί των χρημάτων, εφόσον δεν αποδεικνύεται η συμβολή του στη δημιουργία του ποσού.
Για να θεωρηθεί ότι υπάρχει δωρεά, θα πρέπει να συντρέχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις, όπως η αύξηση της περιουσίας του λήπτη, η αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του παρέχοντος και η απουσία οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Με βάση αυτή τη λογική, οι φορολογικές αρχές εξετάζουν την πραγματική οικονομική σχέση που κρύβεται πίσω από κάθε συναλλαγή και όχι μόνο τα στοιχεία που εμφανίζονται στον τραπεζικό λογαριασμό.
Η υπόθεση που άνοιξε τον δρόμο
Συγκεκριμένα, η υπόθεση που εξετάστηκε από τη ΔΕΔ (απόφαση 2215/2025) αφορούσε μεταφορά 240.000 ευρώ από κοινό οικογενειακό λογαριασμό, στον οποίο συμμετείχαν ο φορολογούμενος, οι γονείς του και η αδελφή του, σε νέο κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τη σύζυγό του.
Η φορολογική διοίκηση έκρινε ότι τα 180.000 ευρώ, δηλαδή τα τρία τέταρτα του ποσού, αντιστοιχούσαν στους υπόλοιπους συνδικαιούχους και συνεπώς συνιστούσαν άτυπη δωρεά προς τον φορολογούμενο. Η ΔΕΔ αποδέχθηκε το σκεπτικό της φορολογικής αρχής, καθώς δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων είχε συμβάλει ουσιαστικά στην τροφοδότηση του αρχικού λογαριασμού ή ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για κοινές οικογενειακές ανάγκες.
Η απόφαση υπογραμμίζει ότι, παρότι κάθε συνδικαιούχος έχει δικαίωμα ανάληψης και διαχείρισης των χρημάτων ενός κοινού λογαριασμού, η Εφορία διατηρεί το δικαίωμα να εξετάζει ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των κεφαλαίων. Ειδικά όταν τα χρήματα μεταφέρονται από λογαριασμό με πολλούς συνδικαιούχους σε άλλον όπου συμμετέχουν λιγότερα πρόσωπα, οι φορολογικές αρχές μπορούν να διερευνήσουν αν έχει συντελεστεί ουσιαστική μεταβίβαση περιουσίας.
Απαιτείται προσοχή
Για τον λόγο αυτό, οι φοροτεχνικοί επισημαίνουν ότι κάθε σημαντική μεταφορά χρημάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή τεκμηρίωση, τραπεζικά παραστατικά και, όπου απαιτείται, τις αντίστοιχες δηλώσεις προς τη φορολογική διοίκηση, ώστε να αποφεύγεται ο χαρακτηρισμός της ως άτυπης δωρεάς.
Τι προβλέπει το ισχύον καθεστώς;
Υπενθυμίζεται, ότι οι χρηματικές δωρεές και γονικές παροχές προς πρόσωπα της Α’ κατηγορίας συγγένειας –γονείς, παιδιά, συζύγους, παππούδες και εγγόνια– απαλλάσσονται από φόρο μέχρι το ποσό των 800.000 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος.
Αντίθετα, για δωρεές μεταξύ αδελφών και γενικότερα προσώπων της Β’ κατηγορίας συγγένειας επιβάλλεται φόρος 20%, ενώ για πρόσωπα της Γ’ κατηγορίας ο συντελεστής ανέρχεται σε 40%. Οι δωρεές που πραγματοποιούνται με μετρητά φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 10%, χωρίς αφορολόγητο όριο.
Οι περιπτώσεις που ελέγχει η ΑΑΔΕ
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ έχει διευκρινίσει ότι οι μεταφορές μικρών χρηματικών ποσών από γονείς προς παιδιά μέσω της υπηρεσίας IRIS για την κάλυψη καθημερινών αναγκών και εξόδων διαβίωσης δεν θεωρούνται δωρεές. Αυτό ισχύει κυρίως όταν το παιδί είναι προστατευόμενο μέλος, όπως ανήλικος ή φοιτητής έως 25 ετών, και συνεπώς δεν απαιτείται υποβολή δήλωσης δωρεάς μέσω της πλατφόρμας myPROPERTY.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται, επίσης, στις λεγόμενες διαδοχικές δωρεές. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες πραγματοποιούνται διαδοχικές μεταφορές χρημάτων με τελικό αποδέκτη πρόσωπο που δεν δικαιούται το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ. Η φορολογική διοίκηση εξετάζει το πραγματικό περιεχόμενο των συναλλαγών, τον σκοπό τους και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τους. Εφόσον διαπιστωθεί προσπάθεια παράκαμψης της φορολογίας, μπορεί να επιβληθεί φόρος δωρεάς 20% χωρίς αφορολόγητο όριο. Μάλιστα, όταν οι μεταφορές πραγματοποιούνται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδίως εντός εξαμήνου, αποτελούν ένδειξη που μπορεί να ενεργοποιήσει φορολογικό έλεγχο.
Έλεγχος, επίσης, μπορεί να προκύψει και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρηματικά ποσά μεταφέρονται σε κοινό λογαριασμό του τέκνου ή του δωρεοδόχου με τρίτο πρόσωπο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ποιος έκανε τελικά χρήση των χρημάτων. Αν αποδειχθεί ότι τα χρήματα αξιοποιήθηκαν από τον πραγματικό δωρεοδόχο, δεν τίθεται ζήτημα πρόσθετης φορολόγησης. Αν όμως ωφελήθηκε το τρίτο πρόσωπο, η φορολογική αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι συντελέστηκε νέα δωρεά και να επιβάλει τον αντίστοιχο φόρο.
Πάνω από 1.000 έλεγχοι μέσα στο 2026
Στο πλαίσιο, μάλιστα, της εντατικοποίησης των διασταυρώσεων, ο ελεγκτικός μηχανισμός έχει προγραμματίσει για φέτος τον έλεγχο 1.080 υποθέσεων γονικών παροχών και δωρεών μεγάλων χρηματικών ποσών, με στόχο τον εντοπισμό περιπτώσεων καταστρατήγησης του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ.
Οι έλεγχοι βασίζονται στα στοιχεία που διαβιβάζουν οι τράπεζες στην ΑΑΔΕ. Εφόσον η συναλλαγή δεν επιβεβαιωθεί ή ο φορολογούμενος δεν προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η φορολογική διοίκηση μπορεί να μην αναγνωρίσει το αφορολόγητο και να επιβάλει φόρο από το πρώτο ευρώ της δωρεάς ή της γονικής παροχής, με συντελεστή 10%, 20% ή 40%, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας.
Πηγή: news247.gr







